200/2017 ΤρΕφΛαρ (αναίρεση απόφασης – δέσμευση δικαστηρίου παραπομπής – σύμβαση χρησιδανείου ακινήτου – λύση)

200/2017

Πρόεδρος: Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου

Εισηγήτρια: Βήλη Χρηστίδου

Δικηγόροι: Κων. Ευθυμίου, Κων. Τάσιος

Αναίρεση απόφασης κατά το μέτρο παραδοχής αναιρεθέντων κεφαλαίων ως και συναπτομένων με αυτά αρρήκτως. Δέσμευση δικαστηρίου παραπομπής μόνο ως προς το λυθέν νομικό ζήτημα και όχι την κρίση για τα πραγματικά περιστατικά. Αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η πρωτόδικη έστω και αν στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα.

Με την ενοχική, διαρκή, χαριστική και άτυπη (και επί ακινήτου) σύμβαση χρησιδανείου ο χρήστης παραχωρεί τη χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, και αυτός υποχρεούται να το αποδώσει μετά τη λήξη της.

Επί χρησιδανείου αορίστου χρόνου, λήξη αυτοδίκαια αφότου ο χρησάμενος έκανε χρήση ή παρέλθει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση. Αναζήτηση όμως του πράγματος με άτυπη απρόθεσμη καταγγελία οποτεδήποτε: α) αν ο χρησάμενος κάνει χρήση διαφορετική της συμφωνηθείσας ή που το χειροτερεύει, β) αν ο χρησάμενος το παραχώρησε σε τρίτον χωρίς δικαίωμα ή έγκριση του χρήστη, γ) αν ο χρήστης το χρειάζεται λόγω επείγουσας απρόβλεπτης ανάγκης. Αναζήτηση πράγματος κατά την καλή πίστη και όχι άκαιρα, με ενοχική αγωγή εκ χρησιδανείου ή (επί χρήστη κυρίου) με διεκδικητική κυριότητας.

Πρόωρη λύση χρησιδανείου ακινήτου με προφορική καταγγελία της ενάγουσας που είχε παραχωρήσει στο εναγόμενο σύζυγό της καθόσον αυτός δεν το χρησιμοποιεί και προέκυψε επείγουσα απρόβλεπτη ανάγκη εκμίσθωσής του για αντιμετώπιση έκτακτης μη προβλέψιμης οικονομικής ανάγκης ανακύψασας μετά τη διάσπαση του γάμου, προς εξυπηρέτηση στεγαστικού της δανείου αλλά και οικονομικών υποχρεώσεων του εναγομένου.

Αποζημίωση χρήσης λόγω μη απόδοσης του ακινήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, «αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισοβάθμιο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στον ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι η αναίρεση της απόφασης και, επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 493/2011 Νόμος, ΑΠ 1220/2007 Δνη 49. 1625, ΑΠ 975/2000 Δνη 42. 81). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και, μάλιστα, του τυχόν χαρακτηρισμού της, από αυτήν, της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως ολικής (ΑΠ 1308/2004 Δνη 46. 84, ΑΠ 1833/2001 Νόμος). Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ 2001. 46). Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 479/2009 Νόμος, ΑΠ 707/2008 ΝοΒ 56. 2190). Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει, με σχετική διάταξη, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθίαν το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα, περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη, ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν επί του οποίου, με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς νομικό ζήτημα, που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 137/2004 Δ 35. 1171) και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις – εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση -, από ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004 Δ 35. 804). Αν η απόφαση, που αναιρέθηκε, είναι Εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 Δνη 41. 51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ 2003. 145).

Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά του εναγομένου τη με αριθ. καταθ. 194/2008 αγωγή της, με την οποία ζητούσε την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου και την καταβολή των μισθωμάτων από την έναρξη της μίσθωσης που είχε συνάψει μαζί του έως την κατάθεση της αγωγής, ύψους 43.919,10 Ε, άλλως την αναγνώριση της ακυρότητας της μίσθωσης, ως εικονικής, την υποχρέωση απόδοσης του μισθίου ακινήτου λόγω υποκρυπτόμενης σύμβασης χρησιδανείου που έληξε και την καταβολή αποζημίωσης χρήσης του ακινήτου από τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου έως την άσκηση της αγωγής, ύψους 23.315,18 Ε. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 8/2009 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε καθ’ ολοκληρίαν δεκτή κατά την κύρια βάση της. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε την υπό κρίση έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 294/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση ως ουσία βάσιμη, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως, αφού απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής, μετά από έρευνα της επικουρικής βάσης της, κρίθηκε ότι κάτω από το από 29.6.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, όπως αυτό τροποποιήθηκε, καλύπτεται έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου και επομένως υφίσταται νόμιμη αιτία κατοχής του ακινήτου από τον εναγόμενο, γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης του τελευταίου, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη. Κατά της παραπάνω εφετειακής αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1472/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την εφετειακή απόφαση για το λόγο ότι το Εφετείο, εξετάζοντας την επικουρική βάση της αγωγής, «δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό της ενάγουσας για πρόωρη λύση της, μεταξύ αυτής και του εναγομένου, πρώην συζύγου της, υφιστάμενης σύμβασης χρησιδανείου για τους αναφερόμενους στην ένδικη αγωγή και υπαγόμενους στο άρθρο 817 ΑΚ περ. α’ και δ’ λόγους». Επίσης, η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Μετά από αυτά, νόμιμα η ενάγουσα (εφεσίβλητη) με την από 3.11.2013 κλήση της (αρ. εκθ. καταθ. 940/2013), απευθυνόμενη κατά του εναγόμενου, επισπεύδει τη νέα συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 581 ΚΠολΔ. Πρέπει, λοιπόν, σύμφωνα και με όσα προαναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η έφεση, η οποία είχε γίνει ήδη τυπικά δεκτή με την 294/2012 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, και δεν αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση και ως εκ τούτου δεν θα περιληφθεί διάταξη για το τυπικά δεκτό αυτής, να συζητηθεί μέσα στα όρια που διαγράφει η ως άνω αναιρετική απόφαση.

Η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, ιστορούσε ότι με το από 29.6.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως εκμίσθωσε στον εναγόμενο σύζυγό της το περιγραφόμενο σ’ αυτήν (αγωγή) μίσθιο ακίνητο, έναντι μηνιαίου μισθώματος 600 Ε, το οποίο, με νέο συμφωνητικό στις 9.1.2006, συμφώνησαν σε 1.100 Ε, πλέον τέλος χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 8% ετησίως, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο τελευταίος ως καφετέρια. Ότι από 11.8.2006 η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά και ο εναγόμενος έπαυσε τη λειτουργία της επιχείρησης του. Ότι ο εναγόμενος, μολονότι από την αρχή της μίσθωσης μέχρι και τον Αύγουστο του 2006 χρησιμοποίησε ανενόχλητα το μίσθιο ακίνητο, δεν της κατέβαλε κανένα μίσθωμα και για το λόγο αυτό η ενάγουσα κατήγγειλε τη μίσθωση προφορικά, άλλως με την άσκηση της αγωγής. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος α) να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου λόγω λήξης της μίσθωσης με την παραπάνω καταγγελία και β) να της καταβάλει το ποσό των 43.919,10 Ε, ήτοι τα οφειλόμενα μισθώματα από την αρχή της μίσθωσης μέχρι και την άσκηση της αγωγής, νομιμοτόκως από την 4η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά και σε περίπτωση, που κριθεί ότι η μίσθωση είναι εικονική και υπ’ αυτής υφίσταται έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της σύμβασης μισθώσεως και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τη χρήση του παραπάνω ακινήτου, λόγω λήξης της σύμβασης χρησιδανείου, και, τέλος, να της καταβάλει για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως αποζημίωση, το ποσό των 23.315,18 Ε, το οποίο μετά βεβαιότητας θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν το εκμίσθωνε σε τρίτο πρόσωπο, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της, διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου ακινήτου στην ενάγουσα και η καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, συνολικού ύψους 43.919,10 Ε, νομιμοτόκως από την 4η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα και μέχρι την εξόφληση. Ο εναγόμενος – εκκαλών με την έφεσή του προσβάλλει την απόφαση αυτή και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανιστεί, ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με αριθμό 8/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την με αριθμό 294/2012 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής και στη συνέχεια ερεύνησε την επικουρική της βάση και την απέρριψε στην ουσία της, πρέπει να εξεταστεί η επικουρική βάση της αγωγής, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθησαν, η παραπάνω με αριθμό 294/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αναιρέθηκε μερικά ως προς το κεφάλαιο της επικουρικής βάσης περί εικονικότητας της σύμβασης μίσθωσης, με την υπ’ αριθμ. 1472/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό και μόνον παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 810 και 816 ΑΚ προκύπτει ότι με την ενοχική, διαρκή και χαριστική σύμβαση του χρησιδανείου, η οποία μπορεί να καταρτισθεί και ατύπως, έστω και αν αφορά στην παραχώρηση της χρήσης ακινήτου (ΑΠ 273/2007, ΑΠ 1357/2005 Νόμος), ο χρήστης παραχωρεί τη χρήση του πράγματος, χωρίς αντάλλαγμα, στον χρησάμενο και ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης. Η λήξη της σύμβασης του χρησιδανείου καθορίζεται είτε με συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε από το σκοπό του χρησιδανείου, όπως αυτός συνομολογήθηκε. Εάν το χρησιδάνειο συμφωνήθηκε να είναι ορισμένου χρόνου, η σύμβαση λήγει με την πάροδο αυτού, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία και ο χρήστης δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα οποτεδήποτε. Εάν η σύμβαση χρησιδανείου είναι αορίστου χρόνου, η σύμβαση λήγει αυτοδικαίως (άρθρο 816 ΑΚ) αφότου ο χρησάμενος έκανε χρήση του πράγματος ή όταν παρέλθει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση. Εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 817 ΑΚ, μπορεί ο χρήστης να αναζητήσει το πράγμα οποτεδήποτε, με άτυπη και απρόθεσμη καταγγελία, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος διαφορετική από εκείνη που συμφωνήθηκε, β) αν, εξαιτίας της χρήσης που κάνει ο χρησάμενος, το πράγμα περιέρχεται σε κατάσταση χειρότερη από αυτή στην οποία βρισκόταν όταν παραδόθηκε στον χρησάμενο, γ) αν ο χρησάμενος παραχώρησε το πράγμα σε τρίτον χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα και ιδίως χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση του χρήστη, δ) αν ο χρήστης χρειάζεται το πράγμα εξαιτίας επείγουσας ανάγκης, την οποία αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει. Επείγουσα είναι η ανάγκη όταν η ικανοποίησή της δεν μπορεί να αναβληθεί μέχρι τη λήξη της συμβάσεως χωρίς ουσιώδη ζημία του χρήστη και την οποία δεν μπορούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως να προβλέψει ο χρήστης (ΕρμΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, υπό άρθρα 816-819 ΑΚ). Στις περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 817 ΑΚ η λύση του χρησιδανείου επέρχεται με καταγγελία εκ μέρους του χρήστη. Η καταγγελία είναι άτυπη, απρόθεσμη – επιφέρει δηλαδή αμέσως τη λύση της συμβάσεως – και δεν γεννά υποχρέωση του χρήστη να αποζημιώσει τον χρησάμενο (Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, ειδικό μέρος, τόμος Ι, εκδ. 2004, σελ. 570). Σε κάθε περίπτωση, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 810, 816, 817 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του χρήστη για αναζήτηση του πράγματος πρέπει να ασκείται όπως επιβάλλεται από την καλή πίστη και επομένως δεν μπορεί να ασκηθεί άκαιρα και κατά τρόπο που προσκρούει στην αρχή της καλής πίστης (ΑΠ 1913/2008 Δνη 2010. 782, ΑΠ 130/1994 Δνη 36. 1142). Μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, εάν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος, μπορεί να το αναζητήσει είτε με την ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική αγωγή στηριζόμενη στο δικαίωμα της κυριότητας (Απ. Γεωργιάδης, ό.π, σελ. 568).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων … αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στη Λ. στις 2.9.2000 και εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της ενάγουσας επί της οδού Π. αρ. …. Η ενάγουσα εργαζόταν ως καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας σε φροντιστήριο που διατηρούσε στην Τ. Λ. και ο εναγόμενος ως ιδιωτικός υπάλληλος σε επιχείρηση σιδηροκατασκευών. Κατά το έτος 2002 οι διάδικοι αποφάσισαν να ανεγείρουν οικοδομή σε ακίνητο της ενάγουσας, επί της συμβολής των οδών Β. αριθμ. … και Τ. στη συνοικία «Ν.» της Λ.. Για να καλυφθούν οι δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής αυτής η ενάγουσα πώλησε το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν και έλαβε στεγαστικό δάνειο, ύψους 117.000 Ε από την Τράπεζα «A. Bank» (βλ. την από 12.5.2003 σύμβαση και την από 26.4.2006 πρόσθετη πράξη). Η ανέγερση της οικοδομής, η οποία θα αποτελείτο από υπόγειο, ισόγειο κατάστημα και πρώτο όροφο, που θα αποτελούσε την κατοικία των διαδίκων, ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2003. Τον Ιούλιο του 2004, όταν είχε ήδη αποπερατωθεί ο σκελετός και η τοιχοποιία του ισογείου και του πρώτου ορόφου, η σκεπή, τα σοβατίσματα και ο εξωτερικός χρωματισμός του κτιρίου, η ενάγουσα αποφάσισε, μετά από πρόταση του εναγομένου, να του παραχωρήσει, χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση του ισογείου καταστήματος, προκειμένου να λειτουργήσει εντός αυτού επιχείρηση καφετέριας, καθόσον ήδη από το έτος 2003 ήταν άνεργος. Οι διάδικοι αποφάσισαν να καταρτίσουν μεταξύ τους φαινομενικά συμφωνητικό μισθώσεως του ακινήτου, επειδή η ενάγουσα χρειαζόταν να εμφανίσει στις Τράπεζες μεγαλύτερα εισοδήματα, προκειμένου να πετύχει την πρόσθετη δανειοδότησή της. Έτσι, κατήρτισε με τον εναγόμενο σύζυγό της το από 29.6.2004 εικονικό ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, νομίμως θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα εμφανίζεται ότι εκμισθώνει το επίδικο κατάστημα, επιφανείας 117,36 τμ στον εναγόμενο, για χρονικό διάστημα έξι ετών (από 1.7.2004 έως 30.6.2010), έναντι μηνιαίου μισθώματος 600 Ε, πλέον τέλος χαρτοσήμου, καταβαλλόμενο το πρώτο τριήμερο κάθε ημερολογιακού μήνα, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 8% ετησίως. Στη συνέχεια, με το με ημερομηνία 9.1.2006 ομοίως εικονικό ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης οι διάδικοι συμφώνησαν την αναπροσαρμογή του μισθώματος για το έτος 2006 στο ποσό των 1.100 Ε. Κάτω δε από την ως άνω εικονική σύμβαση μισθώσεως υφίσταται έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου, την οποία ήθελαν οι συμβληθέντες διάδικοι. Η εικονικότητα τόσο της ανωτέρω αρχικής σύμβασης μισθώσεως, όσο και της μεταγενέστερης τροποποιητικής, καθώς και η καλυπτόμενη έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από την υπ’ αριθμ. 294/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον η ανωτέρω απόφαση αναιρέθηκε μόνο κατά το μέρος που, ερευνώντας την επικουρική βάση της αγωγής (σύμβαση χρησιδανείου), δεν ερεύνησε τους λόγους πρόωρης λήξης της σύμβασης χρησιδανείου, που αναφέρει η ενάγουσα στην αγωγή της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε τον Αύγουστο του 2006. Τον ίδιο χρόνο ο εναγόμενος έπαυσε οριστικά τη λειτουργία της επιχείρησής του. Περί τα τέλη Αυγούστου 2006 η ενάγουσα κατήγγειλε προφορικά τη σύμβαση χρησιδανείου και ζήτησε την απόδοση του ακινήτου από τον εναγόμενο, ο οποίος αρνείται. Η παραπάνω άρνηση του εναγομένου είναι παράνομη, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ενάγουσα έχει δικαίωμα να προβεί σε πρόωρη λύση της σύμβασης χρησιδανείου και να αναζητήσει την απόδοση της χρήσης του ακινήτου της, αφού αφενός ο εναγόμενος δεν το χρησιμοποιεί πλέον (άρθρο 817 περ. α’ ΑΚ) και αφετέρου προέκυψε επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη να αξιοποιήσει το επίδικο ακίνητο με την εκμίσθωσή του σε τρίτο, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει την έκτακτη και μη προβλέψιμη οικονομική ανάγκη που ανέκυψε μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, οπότε και επωμίστηκε το οικονομικό βάρος όχι μόνον του δικού της στεγαστικού δανείου αλλά και των οικονομικών υποχρεώσεων του εναγομένου (άρθρο 817 περ. δ’ ΑΚ). Και τούτο διότι ο εναγόμενος, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και την αποχώρησή του από το ακίνητο, σταμάτησε να καταβάλλει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις του και ειδικότερα δεν κατέβαλε τις δόσεις από τις δύο συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε συνάψει για τις ανάγκες της λειτουργίας της επιχείρησής του με τις τράπεζες E. E. AE (αριθμός σύμβασης …, ποσού 15.000 Ε) και A. Bank (αριθμός σύμβασης …, ποσού 30.000 Ε), στις οποίες η ενάγουσα είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια, με αποτέλεσμα η τελευταία να αναγκαστεί να καταβάλει στις Τράπεζες μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δεν αμφισβητείται, το συνολικό ποσό των 9.720 Ε. Ακόμη, η ενάγουσα αναγκάστηκε να καταβάλει, για λογαριασμό του εναγομένου, την κατανάλωση ρεύματος και ύδατος του επιδίκου ακινήτου, συνολικού ύψους 614,61 Ε (βλ. την από 1.9.2006 απόδειξη της ΔΕΗ και την από 14.9.2006 απόδειξη της ΔΕΥΑΛ). Επίσης, μετά τη συζήτηση της αγωγής, η ενάγουσα αναγκάστηκε να καταβάλει στην Τράπεζα A. Bank από την προαναφερθείσα σύμβαση το ποσό των 10.420 Ε (βλ. τις από 26.9.2011 δύο επιστολές της Τράπεζας), ενώ στις 12.11.2009 προέβη σε εξόφληση της παραπάνω δανειακής σύμβασης του εναγομένου προς την Ε. Ε. AE με την καταβολή του ποσού των 16.114 Ε (βλ. την από 15.3.2010 βεβαίωση καταβολής της Τράπεζας). Η ενάγουσα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις παραπάνω έκτακτες δαπάνες, αναγκάστηκε να λάβει και καταναλωτικό δάνειο από τη Γ. Τράπεζα (βλ. το από 2.10.2007 αντίγραφο κίνησης λογαριασμού της παραπάνω τράπεζας). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν και οι δύο λόγοι πρόωρης λήξης της σύμβασης χρησιδανείου που έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων (817 περ. α’ και δ’ ΑΚ) και ο εναγόμενος οφείλει να αποδώσει το ακίνητο στην ενάγουσα.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, λόγω μη απόδοσης της χρήσης του ακινήτου από τον εναγόμενο, έχει υποστεί ζημία, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμετάλλευση του ακινήτου, ήτοι το μίσθωμα που θα ελάμβανε από την εκμίσθωσή του σε τρίτο πρόσωπο. Το παραπάνω ποσό αποζημίωσης δεν αντιστοιχεί με το αναγραφόμενο στη μισθωτική σύμβαση μίσθωμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, καθόσον το μίσθωμα αυτό ήταν εικονικό και δεν ανταποκρινόταν σ’ αυτό που θα ελάμβανε στην ελεύθερη αγορά. Ενισχυτικό της παραπάνω κρίσης είναι το γεγονός ότι ενάμιση έτος μετά την κατάρτιση του πρώτου συμφωνητικού οι διάδικοι συμφώνησαν την αύξηση του μισθώματος από 600 σε 1.100 Ε μηνιαίως, την οποία (αύξηση) η ενάγουσα στην αγωγή της συνδέει με την αύξηση της δόσεως του δανείου της και όχι με την αύξηση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου. Η μισθωτική αξία του ακινήτου, λαμβανομένης υπόψη της θέσεώς του, ήτοι εκτός εμπορικής περιοχής, έμπροσθεν δρόμου μεγάλης κυκλοφορίας και χωρίς διέλευση πεζών, της επιφάνειάς του, η οποία ανέρχεται 117 τμ και της κατάστασής του, ήτοι βρίσκεται σε νεόδμητη οικοδομή, ανέρχεται, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (2008), σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 336 ΚΠολΔ), στο ποσό των 500 Ε μηνιαίως. Επομένως, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αποζημίωση για τη χρήση του ακινήτου, από τον Σεπτέμβριο του 2006 έως και τον Μάρτιο του 2008 (άσκηση αγωγής), ήτοι για 19 μήνες το συνολικό ποσό των 9.500 Ε (500 Ε Χ 19 μήνες), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την επικουρική της βάση ως ουσία βάσιμη χωρίς να περιληφθεί διάταξη για εκ νέου εξαφάνιση της εκκαλουμένης, αφού αυτή ήδη εξαφανίστηκε με την με αριθ. 1472/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς το κεφάλαιο αυτό και η υπόθεση κρατήθηκε για την εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής. Επομένως πρέπει α) να αναγνωρισθεί ότι η από 29.6.2004 σύμβαση μισθώσεως μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη ως εικονική, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει τη χρήση του ακινήτου στην ενάγουσα λόγω λήξης της σύμβασης χρησιδανείου και γ) να της καταβάλει αποζημίωση το συνολικό ποσό των 9.500 Ε, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως…