70/2015 ΜονΕφΛαρ (Άφεση χρέους – δυνατή η παραίτηση απο αξίωση ηθικής βλάβης απο εργατικό ατύχημα – ακύρωση διακιοπραξίας επί ουσιώδους πλάνης)

70/2015

Πρόεδρος: Ευαγγελία Μήλιου

Δικηγόροι: Αμφιτρίτη Καραβίδα, Νικ. Παπαπέτρος – Παν. Αλεξόπουλος

Επί άφεσης χρέους ο δανειστής παραιτείται αξίωσής του κατά οφειλέτη που το αποδέχεται. Κατάρτιση αναιτιώδους σύμβασης άφεσης χρέους με άτυπη δήλωση δανειστή, και σιωπηρή, αρκεί να είναι σαφής.

Δυνατή παραίτηση από αξίωση ηθικής βλάβης εξ εργατικού ατυχήματος.

Επί ενοχής εις ολόκληρον η άφεση ενεργεί υποκειμενικά, δυνατή όμως συμφωνία περί αντικειμενικής άφεσης οπότε απαλλάσονται όλοι αδιαφόρως αποποίησης της απαλλαγής από έναν.

Επί άφεσης χρέους δεν υφίσταται ανταλλαγή παροχών, διό μη εφαρμογή του 179 ΑΚ (περί ακυρότητας δικαιοπραξίας επί προφανούς δυσαναλογίας παροχών).

Ακύρωση δικαιοπραξίας επί ουσιώδους πλάνης, τέτοια δε δεν είναι η αφορώσα παραγωγικά αίτια της βούλησης εκτός αν αυτά τέθησαν ως αίρεση ή συζητήθηκαν πριν την κατάρτιση και αποτέλεσαν συμβατικά βάση.

Μη ακυρώσιμη η δήλωση παραίτησης μισθωτού από αξίωση ηθικής βλάβης λόγω εργατικού ατυχήματος επί μη ουσιώδους πλάνης ως προς τα παραγωγικά αίτια και δη ως προς το περιεχόμενο της υπογραφείσας δήλωσης. Αοριστία ισχυρισμού απάτης επί μη μνείας του τρόπου και της δολιότητας πρόκλησης πλάνης ως και της αιτιώδους συνάφειάς της με τη δήλωση βούλησης, αφού μόνη η εγχείριση εγγράφου προς υπογραφή δεν αρκεί για να προκαλέσει πλάνη.

{…} 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής. Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ’ αυτήν την ενοχή. Αν δε παρόλα αυτά το ασκήσει, αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της ασκήσεως του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί αφέσεως χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 426/04 Νόμος). Είναι αναιτιώδης, δηλαδή για το κύρος της δεν λαμβάνεται υπόψη η αιτία για την οποία θέλουν τα μέρη την απόσβεση του χρέους, ωστόσο η βούληση και η δήλωση παραίτησης πρέπει να είναι ανεπηρέαστες από πλάνη, απάτη ή απειλή, σε αντίθετη περίπτωση η σύμβαση είναι ακυρώσιμη. Είναι δε επιτρεπτή όταν αφορά απαλλοτριωτό δικαίωμα και δεν απαγορεύεται από καμία διάταξη νόμου (ΑΠ 300/2007 Νόμος), έτσι γίνεται δεκτό ότι η αξίωση του παθόντος εργαζομένου προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που θεμελιώνεται σε εργατικό ατύχημα οφειλόμενο σε πταίσμα του εργοδότη ή των παρ’ αυτού προστηθέντων δεν φέρει χαρακτήρα διάταξης δημόσιας τάξης και επομένως σύμφωνα με την αρχή ότι τα ιδιωτικά δικαιώματα είναι απαλλοτριωτά χωρεί παραίτηση από την άνω αξίωση (ΕφΠειρ 45/1980 ΠειρΝ 1980. 73 επ., ΕφΑθ 121/1975 ΔΕΝ 31. 735-737, Λ. Ντάσιου, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, έκδ. 1995, τ. ΑΙ, σελ. 663).

Εξάλλου, στην ενοχή εις ολόκληρον κατ’ αρχήν η άφεση χρέους ενεργεί υποκειμενικά υπέρ του αντισυμβαλλομένου οφειλέτη ή κατά του αντισυμβαλλομένου δανειστή. Είναι όμως δυνατή η συμφωνία περί αντικειμενικής άφεσης του χρέους, οπότε αυτή ενεργεί υπέρ όλων των οφειλετών στην παθητική ή κατά όλων των δανειστών στην ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή (ΕφΑθ 4071/1994 ΕΣυγκΔ 1995.150, Πολυζωγόπουλο, ΕρμΑΚ, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, υπό αρ. 454, αρ. 15, σ. 567). Μάλιστα, στην περίπτωση που συμφωνήθηκε η άφεση χρέους να ενεργεί αντικειμενικά και υπέρ των λοιπών συνοφειλετών, η άφεση απαλλάσσει όλους και δε λαμβάνεται υπόψη η αποποίηση της απαλλαγής από κάποιο συνοφειλέτη (ΕφΑθ 4071/1994 ΕΣυγκΔ 1995. 150).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ «Αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με τον οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή». Από τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι αποκλείεται η εφαρμογή της στις δικαιοπραξίες που η επίδοση περιουσίας γίνεται χωρίς αντάλλαγμα ή δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών, αφού στις δικαιοπραξίες αυτές δεν γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής. Έτσι, στην περίπτωση της κατά το άρθρο 454 του ΑΚ σύμβασης άφεσης χρέους κατά την οποία ο δανειστής παραιτείται της ενοχικής αξίωσης αυτού έναντι του οφειλέτη του, ο οποίος αποδέχεται τούτο, δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών και συνεπώς επί της συμβάσεως αυτής δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 179 του ΑΚ και ως εκ τούτου δεν γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής με συνέπεια την ακυρότητα (ΕφΑθ 6861/2003 Νόμος, ΕφΑθ 1919/1997 Δνη 1999. 368, ΕρμΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 454, αρ. 10, σελ. 566, τ. II).

Εξάλλου, από τα άρθρα 140, 141, 142 και 154 επ. ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δήλωση δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με την βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Είναι δε ουσιώδης η πλάνη όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Κατά το άρθρο 143 ΑΚ, η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης. Αν όμως τα παραγωγικά αυτά αίτια ετέθησαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν βάση ή προϋπόθεση αυτής, κατά την θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης, άρα δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως όταν τα περιστατικά επί των οποίων τα μέρη κυρίως στήριξαν τη σύναψη της σύμβασης, ως δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, δεν συνέτρεχαν ή ανετράπησαν ύστερα (ολΑΠ 5/1990 Δνη 31. 551, ολΑΠ 35/1998 Δνη 39. 1268).

{…} Όσον αφορά όμως την αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον ως άνω τραυματισμό του, αποδείχθηκαν τα εξής: Δύο έτη μετά το εργατικό ατύχημα και συγκεκριμένα την 23.9.2007 ο ενάγων υπέγραψε έγγραφο που φέρει την ως άνω ημερομηνία σύνταξης, το απευθύνει στην πρώτη εναγόμενη εργοδότριά του, φέρει τίτλο «παραίτηση από δικαίωμα» και αναφέρει τα εξής: «Με την παρούσα δηλώνω ότι παραιτούμαι ρητώς, ανεπιφυλάκτως οριστικώς αμετακλήτως και ολοσχερώς έναντι της προς ην η παρούσα, ήτοι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Χ. Ε. ΑΕ» (πρώην «Χ. Θ. ΑΣΕΕ»: 1. Του αγωγικού δικαιώματος μου που πηγάζει από τον τραυματισμό μου, που συνέβη την 16.9.2005, στο εργοστάσιο (χαλυβουργείο) της προς ην η παρούσα, στην περιοχή της ΒΙΠΕ Β. όπου εργαζόμουν ως εργάτης, συμπεριλαμβανόμενης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης καθώς και από κάθε απαίτησή μου εν γένει που απορρέει από τον ως άνω τραυματισμό μου και δεν υφίσταται πλέον, ούτε επιφυλάσσομαι οποιουδήποτε δικαιώματος μου κατά της προς ην η παρούσα, κατά των εκπροσώπων της και κατά των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων της για την αιτία αυτή … 4. Όλα τα παραπάνω δηλώνω, δεδομένου ότι έχω δεχθεί μέχρι σήμερα πλήρη ηθική και οικονομική συμπαράσταση μεγάλου ύψους από την εταιρία για την αποκατάσταση της υγείας μου, η οποία αν και ουδεμία υποχρέωση είχε προς τούτο, εξ ελευθεριότητας και ως οικειοθελή παροχή από τον τραυματισμό μου μέχρι σήμερα μου κατέβαλλε τις πλήρεις αποδοχές μου (μισθός, δώρα εορτών, επίδομα αδείας), πλέον δε αυτών προέβη σε πλήρη κάλυψη των εξόδων φυσιοθεραπείας μου στη Λ. σε ιδιώτη φυσιοθεραπευτή και των εξόδων μετάβασης και επιστροφής μου σε αυτόν».

Η άνω δήλωση παραίτησης του ενάγοντος, η οποία υπογράφηκε από αυτόν στα γραφεία της πρώτης των εναγομένων, συνιστά πρόταση για τη σύναψη σύμβασης άφεσης χρέους με αντικειμενική μάλιστα ενέργεια και ως προς τα λοιπά ευθυνόμενα από το ένδικο ατύχημα εις ολόκληρον με την πρώτη των εναγομένων πρόσωπα, δηλαδή τα όργανα και τους προστηθέντες από αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη προηγούμενη σκέψη της παρούσας, χωρεί παραίτηση από την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η σχετική σύμβαση δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε ορισμένο τύπο, είναι αναιτιώδης και μπορεί να ενεργεί αντικειμενικά στην περίπτωση περισσοτέρων ευθυνομένων -υποχρέων εις ολόκληρον. Σημειώνεται ότι η άνω πρόταση περιήλθε στη λήπτρια αυτής πρώτη των εναγομένων κατά το χρόνο υπογραφής της, όπως δεν αμφισβητείται από κανένα των διαδίκων, καθόσον υπογράφηκε ενώπιον του Διευθυντή προσωπικού της, Ε. Ε. και μάρτυρα ανταπόδειξης, με συνέπεια να μην ασκεί επιρροή ό ισχυρισμός του ενάγοντος, ο οποίος επαναφέρεται και ως λόγος έφεσης, ότι ουδέποτε έδωσε παραγγελία σε Δικαστικό Επιμελητή της επιλογής του να προβεί σε επίδοση της προαναφερόμενης δήλωσής του στην πρώτη των εναγομένων. Εξάλλου, η πρώτη των εναγομένων, στην οποία παραδόθηκε το παραπάνω έγγραφο, σιωπηρώς αποδέχθηκε την άνω πρόταση του ενάγοντος και ως εκ τούτου καταρτίσθηκε μεταξύ τους σύμβαση άφεσης χρέους και έτσι αποσβέσθηκε η σχετική ενοχή οριστικά. Η σύμβαση αυτή, όπως προεκτέθηκε, συμφωνήθηκε να ενεργεί αντικειμενικά δηλαδή και υπέρ των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων (προέδρου, αντιπροέδρου του ΔΣ, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης) ως εκπροσώπων αυτής και των πέμπτου, έκτου και έβδομου των εναγομένων ως προστηθέντων – υπαλλήλων της πρώτης των εναγομένων όπως αποδεικνύεται ανενδοίαστα από το περιεχόμενο της δήλωσης παραίτησης που εκτέθηκε ανωτέρω (και περιλαμβάνει τους εκπροσώπους, προστηθέντες και υπαλλήλους της πρώτης των εναγομένων). Ως εκ τούτου, επέφερε απόσβεση της ενοχής και κατά των λοιπών εναγομένων ως εις ολόκληρον ευθυνόμενων προσώπων, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της νομίμως προταθείσας ένστασης απόσβεσης της ενοχής, στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, που πρότειναν νομότυπα οι εναγόμενοι.

Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος (αντενστάσεις), που επαναφέρονται και ως λόγοι έφεσης, ότι α) υπέγραψε την δήλωση κατόπιν εκμετάλλευσης των ειδικότερων περιστάσεων υπό τις οποίες τελούσε (κακή ψυχολογική κατάσταση, απειρία λόγω ελλιπών γραμματικών γνώσεων και νομικών κανόνων, απειρία και οικονομική ανάγκη) και β) ότι νόμισε πως υπέγραφε έγγραφα σχετικά με την μισθολογική του κατάσταση, αφού ως τέτοιο του εμφάνισαν και το συγκεκριμένο, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε πλάνη, είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα, ο πρώτος ισχυρισμός, με τον οποίο επιχειρείται η θεμελίωσή του στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε στην προηγουμένη σκέψη, στην σύμβαση άφεσης χρέους δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή η συγκεκριμένη διάταξη όπου προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η δυσαναλογία παροχής – αντιπαροχής. Επιπλέον, τα ως άνω αναφερόμενα περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν ούτε ισχυρισμό ουσιώδους πλάνης κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, καθόσον η αναφερόμενη πλάνη του, σύμφωνα με την οποία νόμιζε πως υπέγραφε έγγραφα σχετικά με τον μισθό του, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, αφού η πλάνη του αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησής του και συνεπώς δεν είναι ουσιώδης, δεδομένου ότι τα παραγωγικά αυτά αίτια ούτε ετέθησαν από τα συμβαλλόμενα μέρη ως αίρεση, ούτε συζητήθηκαν πριν την κατάρτιση της σύμβασης, ούτε αποτέλεσαν βάση ή προϋπόθεση αυτών.

Από τα ίδια ως άνω περιστατικά, απορριπτέος ως αόριστος κρίνεται και ο ισχυρισμός του ότι στην κατάρτιση της σύμβασης, παρασύρθηκε με απάτη, που τέλεσαν σε βάρος του τα όργανα της εταιρείας, τα οποία τον κάλεσαν το μήνα Σεπτέμβριο του 2007 στην επιχείρηση προκειμένου να υπογράψει μία σειρά εγγράφων σχετικά με μισθούς, δώρα εορτών, επίδομα αδείας και σε αυτά εν αγνοία του περιέλαβαν και την άνω παραίτηση, την οποία ο ίδιος δεν κατάλαβε ενόψει και της έλλειψης γραμματικών του γνώσεων. Τούτο διότι δεν εκτίθεται ο τρόπος πρόκλησης της πλάνης [η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, όπως με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλόντων) που μπορεί να επηρεάσουν τη βούληση του δηλούντος με την ατελή ανακοίνωση αληθινών περιστατικών, με απόκρυψη ή αποσιώπηση της αλήθειας κλπ, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει είτε από το νόμο είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν τα μέρη τελούν σε ιδιαίτερη σχέση ή το είδος της δικαιοπραξίας επιβάλλει στα μέρη υποχρέωση πίστεως], ότι η παραπλάνηση ήταν δόλια, δηλαδή ότι η εναγομένη μετερχόμενη την απάτη ενήργησε με πρόθεση να παραπλανήσει τον ενάγοντα να προβεί σε δήλωση βούλησης, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραπλάνησης και της δήλωσης βούλησης, λαμβανομένου υπόψη ότι μόνη η θέση ενός εγγράφου μεταξύ άλλων προς υπογραφή δεν αρκεί για να προκαλέσει πλάνη στον δηλούντα (ΑΠ 282/2010 Νόμος). Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων έχει μεν περιορισμένες γραμματικές γνώσεις (απόφοιτος Δημοτικού σχολείου), δεν είναι όμως αναλφάβητος. Αποδείχθηκε δε ότι είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο της δήλωσης παραίτησης που υπέγραψε, λαμβανομένων υπόψη και των ακόλουθων πραγματικών περιστατικών: ότι προέβη σε όλες εκείνες τις αναγκαίες ενέργειες για να του καταβάλλει η πρώτη των εναγομένων το ποσό των 29.650 Ε κατά το χρονικό διάστημα από την επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος για ιατρικές δαπάνες και δαπάνες φυσιοθεραπευτή, το ποσό των 35.908 Ε για έξοδα μετακίνησης κατά το άνω χρονικό διάστημα και τις αποδοχές του κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 έως τον Σεπτέμβριο του 2007 συνολικού ποσού 30.558,06 Ε, ενώ επιπλέον υπέγραψε και κατέθεσε την ένδικη αγωγή του, στοιχεία που δεικνύουν άτομο έμπειρο στις συναλλαγές, ικανό να αντιληφθεί το περιεχόμενο μίας τέτοιος δήλωσης και τις συνέπειές της. Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε κάποια άλλη ιδιαίτερη περίσταση αναφορικά με την ψυχική του κατάσταση, εξαιτίας της οποίας αδυνατούσε να κατανοήσει τις συνέπειες των πράξεών του.

Έτσι, ενόψει του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν τη σύναψη της άνω σύμβασης, όπως προεκτέθηκαν, σε σχέση με τον σκοπό στον οποίο απέβλεψαν τα μέρη δεν προκύπτουν ούτε στοιχεία αντίθεσης της σύμβασης αυτής στα χρηστά ήθη και στην ΑΚ 178. Ως εκ τούτου, κατά παραδοχή της καταλυτικής της αγωγής ένστασης που πρότειναν όλοι οι εναγόμενοι και μετά την απόρριψη των αντενστάσεων του ενάγοντος. πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Εφόσον τα ίδια είπε και η εκκαλούμενη απόφαση και αφού έκανε δεκτή την προαναφερόμενη ένσταση των εναγομένων και απέρριψε τις αντενστάσεις του ενάγοντος, όπως προαναφέρθηκαν, που συνιστούν και τους αντίστοιχους λόγους της εφέσεως, απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε, αλλά και το νόμο ορθά εφάρμοσε και τις αποδείξεις σωστά εκτίμησε. Γι’ αυτό η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολο της, όπως επίσης και το αίτημα του ενάγοντος περί αναστολής της προκείμενης δίκης μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί εις βάρος των εναγομένων, λαμβανομένου υπόψη ότι στην ένδικη υπόθεση κρίσιμη ήταν η μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης σύναψη σύμβασης άφεσης χρέους με αντικειμενική ενέργεια, με συνέπεια η πορεία της ποινικής αγωγής να μην επηρεάζει τη διάγνωση της αστικής δικαιολογικής σχέσης…