337/2015 ΜονΕφΛαρ (Δεδικασμένο – καλύπτει τη διαγνωσθείσα έννομη σχέση, την ιστορική και τη νομική αιτία – απόρριψη αγωγής για τυπικό λόγο)

337/2015

Πρόεδρος: Βαρβάρα Πάπαρη

Δικηγόροι: Θεοφανία Λυμτσιούλη, Απόστ. Σιαμπαλιώτης

Το δεδικασμένο καλύπτει τη διαγνωσθείσα έννομη σχέση, την ιστορική και τη νομική αιτία. Επί απόρριψης αγωγής κρίσιμη η αιτιολογία αναφορικά με την ιστορική αιτία και ο λόγος απόρριψης.

Επί απόρριψης αγωγής για τυπικό λόγο μη δεδικασμένο για το ουσιαστικό δικαίωμα, απλά μη δυνατή επανάσκησή της με το ίδιο δικονομικό ελάττωμα. Παραδεκτή νέα αγωγή με πρόσθετα περιστατικά, έλκοντας σε εφαρμογή άλλον κανόνα δικαίου.

Η μετά την απόρριψη αγωγής και κατά την προθεσμία ενδίκων μέσων ανεπιφύλακτη άσκηση νέας αγωγής για το ίδιο αντικείμενο και με τον ίδιο νομικό λόγο συνιστά πράξη δηλωτική αποδοχής της απορριπτικής για την πρώτη αγωγή απόφασης.

{…} 3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης σχέσης, δηλαδή καλύπτει αυτό τόσο την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, δηλαδή τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας αυτά στην οικεία διάταξη του νόμου. Εξ άλλου, δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη δικαστική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο με την άσκηση κατ’ αυτής εκτάκτων ενδίκων μέσων, ενώ επί απορρίψεως αγωγής, προκειμένου να εξεταστεί αν υπάρχει δεδικασμένο που κωλύει την έρευνα του με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης αποφάσεως αναφορικά με την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε, καθώς και ο λόγος της απόρριψης (ολΑΠ 15/1998 Δνη 39. 303, ΑΠ 1061/2006 Δνη 47. 1365). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι όταν η αγωγή απορρίπτεται για τυπικό λόγο, δεν δημιουργείται δεδικασμένο για το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά το δεδικασμένο που παράγεται εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής με το ίδιο δικονομικό ελάττωμα. Το απαράδεκτο αυτό δεν υφίσταται, όταν η αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη (ή μη νόμιμη), ασκούμενη και πάλι περιλαμβάνει πρόσθετα περιστατικά, έλκοντας σε εφαρμογή άλλον κανόνα δικαίου, που επιτρέπει τη διερεύνηση της έννομης συνέπειας υπό διαφορετική νομική εκδοχή (ΑΠ 30/2010, ΕφΛαρ 124/2011 Νόμος). Για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς, δηλαδή του επιδίκου, όπως οριοθετήθηκε με την αγωγή και εξειδικεύθηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις. Ως ταυτότητα του αντικειμένου νοείται η νομική ταυτότητα, από την οποία το ζητούμενο στη νέα δίκη περιέχεται σ’ αυτό που ζητήθηκε, που δεν δύναται να υπάρξει χωρίς αυτό, ώστε πρόκειται για την ίδια δικαιολογική σχέση. Από την άνω αρχή συνέπεται ότι υπάρχει δεδικασμένο στην περίπτωση που ζητήθηκε κάποιο ποσό ή μέρος (Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ, άρθ. 324, παρ. 18, σελ. 495). Τέλος, η μετά την απόρριψη της αγωγής και ενώ διαρκεί η προθεσμία προς άσκηση ενδίκων μέσων, ανεπιφύλακτη και χωρίς κανέναν όρο άσκηση νέας αγωγής για το ίδιο αντικείμενο και από τον ίδιο νομικό λόγο, αποτελεί πράξη δηλωτική αποδοχής της απορριπτικής για την πρώτη αγωγή απόφασης (Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ, άρθ. 298, παρ. 39, σελ. 369). {…}