458/2015 ΜονΕφΛαρ (Καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης – ένσταση πλάνης)

458/2015                                                             

Πρόεδρος: Περικλής Αλεξίου

Δικηγόροι: Σταμάτης Παπαγγελής, Στ. Λυμπερδόπουλος

 

Μη ακυρότητα καταγγελίας επί ελλιπούς καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, όπως επί συγγνωστής πλάνης για το ύψος των τακτικών αποδοχών, αν δε ο σχετικός ισχυρισμός – ένσταση ληφθεί υπόψη χωρίς να προταθεί ιδρύεται λόγος αναίρεσης.

Καταβολή αποζημίωσης απόλυσης ελλιπούς κατά μικρό ποσό από εύλογη συγγνωστή πλάνη εργοδότη και όχι πρόθεση ιδιοποίησης της μικρής διαφοράς, που θα ήταν ασύμβατη στην οικονομική επιφάνεια και εμπειρία του με κίνδυνο καταβολής πολλαπλάσιων μισθών υπερημερίας.

Κρίση ότι, παρά τη μη διατύπωση ένστασης πλάνης ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, αυτή εμπεριέχεται στο μείζονα ισχυρισμό ότι το νόμιμο ημερομίσθιο και άρα η αποζημίωση ανερχόταν σε έλασσον ποσό.

Μη καταβολή αποδοχών λόγω όχι κακής πρόθεσης αλλά ανυπέρβλητης οικονομικής δυσπραγίας του εργοδότη που οδήγησε σε κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του από το Δημόσιο, διό αθέμιτη η προσπάθεια του ενάγοντος να εξεγείρει όλους τους εργαζομένους σε επίσχεση εργασίας, όπως έκανε αυτός δικαιολογημένα αφού οι αποδοχές του αποτελούσαν το μόνο βιοποριστικό εισόδημά του. Νόμιμη και εύλογη η καταγγελία από τον εργοδότη.

 

{…}         ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 Ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι η από τον εργοδότη ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης, την οποία δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως λ.χ. όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ως προς το μέγεθος των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημίωσης. Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εναγόμενου εργοδότη κατά της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται να αναγνωριστεί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ως άκυρη εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης. Αν ο ισχυρισμός αυτός ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να προταθεί από τον εναγόμενο εργοδότη, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 97/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ).

{…}         Περαιτέρω, η νόμιμη καταβλητέα αποζημίωση για την απόλυση της ενάγουσας από την εργασία της ανερχόταν στο ποσό των 667,80 Ε, [ήτοι: 38,16 Ε Χ 15 ημερομίσθια = 572,40 Ε + 1/6 προσαύξηση, (ήτοι 95,40 Ε) = 667,80 Ε], αλλά η εναγομένη προσέφερε στην αντίδικό της, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 549,85 Ε, θέτοντας εσφαλμένα ως βάση υπολογισμού της αποζημίωσης το ημερομίσθιο των 31,42 Ε, το οποίο σύμφωνα με τη γνώμη της εναγομένης είχε δικαίωμα να λαμβάνει η ενάγουσα κατά την ανωτέρω ημέρα της απόλυσής της. Η διαφορά των 117,95 Ε, που υφίσταται μεταξύ της νόμιμης καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης και της αποζημίωσης απόλυσης που κατέβαλε η εναγομένη στην ενάγουσα, ανέκυψε, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, από εύλογη, συγγνωστή πλάνη της εναγομένης, και όχι από πρόθεση αυτής να ιδιοποιηθεί το ποσό των 117,95 Ε, καταβάλλοντας ελλιπή αποζημίωση απόλυσης στην ενάγουσα. Άλλωστε, θα ήταν πολύ επικίνδυνη και παράλογη ενέργεια, ασύμβατη προς την οικονομική επιφάνεια της εναγομένης και προς την επιχειρηματική εμπειρία και σύνεση του νόμιμου εκπροσώπου της, η εξοικονόμηση ποσού 117,95 Ε εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης, και η ανάληψη κινδύνου εκ μέρους της εναγομένης να περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και να υποχρεωθεί να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, υπέρογκου ποσού, (ήτοι ποσού 10.761,12 Ε, όπως αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του). Μολονότι η εναγομένη δεν διατύπωσε στη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης ένσταση συγγνωστής πλάνης της ως προς τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης που όφειλε να καταβάλει στην αντίδικό της, το Δικαστήριο τούτο εκτιμά ότι ο αντίστοιχος ισχυρισμός εμπεριέχεται στον μείζονα ισχυρισμό της εναγομένης ότι το νόμιμο ημερομίσθιο της ενάγουσας κατά την ημέρα της απόλυσής της ανερχόταν στο ποσό των 31,42 Ε (και όχι στο ποσό των 38,16 Ε), και ότι, συνεπώς, η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 549,85 Ε, [ήτοι: 31,42 Ε Χ 15 ημερομίσθια = 471,30 Ε + 1/6 προσαύξηση, (ήτοι 78,56 Ε) = 549,85 Ε], και όχι στο ποσό των 667,80 Ε.

Περαιτέρω, στη διάρκεια τούτης της δίκης δεν αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας είναι προφανώς αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, προς την καλή πίστη και προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του αντίστοιχου δικαιώματος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα αμέσως πριν την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας οι επαγγελματικές σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν σε μεγάλο βαθμό, αρχικά εξαιτίας της παράλειψης της εναγομένης να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της ενάγουσας και, στη συνέχεια, εξαιτίας της αθέμιτης προσπάθειας της ενάγουσας να εξεγείρει όλους τους εργαζομένους της εναγομένης, ώστε να προβούν και αυτοί σε επίσχεση εργασίας, όπως έκανε αυτή. Όπως όμως εκτέθηκε ανωτέρω, η παράλειψη της εναγομένης να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της ενάγουσας δεν οφειλόταν σε κακή πρόθεση αυτής, αλλά σε ανυπέρβλητη οικονομική δυσπραγία της, η οποία οδήγησε στη συνέχεια σε κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας της εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και του ΙΚΑ και σε έκθεσή της σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, και το γεγονός αυτό καθιστά εντελώς αθέμιτη την προσπάθεια της ενάγουσας να εξεγείρει όλους τους εργαζομένους της εναγομένης, ώστε να προβούν και αυτοί σε επίσχεση εργασίας, όπως έκανε αυτή δικαιολογημένα, αφού οι δεδουλευμένες αποδοχές της αποτελούσαν το μόνο βιοποριστικό εισόδημα της οικογένειάς της. Ενόψει όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση ότι η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας υπήρξε νόμιμη και εύλογη και όχι άκυρη, όπως αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα. Συνεπώς, η εναγομένη, μη αποδεχόμενη έκτοτε την εργασία της ενάγουσας, δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας από τις 23.6.2012 έως τις 31.5.2013, όπως αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε οφείλει να άρει την υπερημερία της, αποδεχόμενη την εργασία της ενάγουσας, ούτε οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το αντίστοιχο επίδικο χρονικό διάστημα, (ήτοι το υπόλοιπο των ημερομισθίων του μήνα Ιουνίου 2012 (7 ημερομίσθια Χ 38,16 Ε = 267,12 Ε), και τις αποδοχές των μηνών Ιουλίου 2012 έως Μαΐου 2013 (11 μήνες Χ 954 Ε = 10.494 Ε), συνολικού ποσού 10.761,12 Ε, όπως αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Αντίθετα, η εναγομένη οφείλει ακόμη στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 667,80 Ε, αφού η ενάγουσα δεν δέχτηκε να εισπράξει το ποσό αποζημίωσης των 549,85 Ε, το οποίο υπολόγισε η εναγομένη εσφαλμένα και πρόσφερε στην αντίδικό της διαμέσου του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, την αποζημίωση άδειας έτους 2012 που δεν λήφθηκε, και την αποζημίωση επιδόματος άδειας έτους 2012 που δεν λήφθηκε. Συνεπώς, η 2η ένδικη αγωγή της ενάγουσας αποβαίνει ουσιαστικά βάσιμη ως προς το επικουρικό αίτημά της, με το οποίο ζητείται η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 667,80 Ε, η καταβολή αποζημίωσης άδειας έτους 2012 που δεν λήφθηκε, ποσού 915,84 Ε, και η καταβολή αποζημίωσης επιδόματος άδειας έτους 2012 που δεν λήφθηκε, ποσού 496,08 Ε, ήτοι η καταβολή αποζημίωσης συνολικού ποσού 2.079,72 Ε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, ήτοι ότι η από 19.6.2012 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εναγομένης είναι άκυρη και ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.761,12 Ε, ως αποδοχές υπερημερίας, με τους νόμιμους τόκους και με απειλή χρηματικής ποινής 587 Ε για κάθε ημέρα παράβασης της αντίστοιχης διάταξης, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όπως παραπονείται ήδη η εναγομένη με την ένδικη έφεσή της, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή των αντίστοιχων λόγων έφεσης, ήτοι των λόγων υπό στοιχεία Δ-1 και Δ-3 της Α’ ένδικης έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμων, και σε εξαφάνιση των αντίστοιχων κεφαλαίων της εκκαλούμενης απόφασης. {…}