378/2015 ΜονΕφΛαρ (εφαρμογή ν. 4072/2012 – λύση Ο.Ε. με δικαστική απόφαση για σπουδαίο λόγο – αίτηση αποκλεισμού εταίρου)

378/2015                                                              

Πρόεδρος: Βαρβάρα Πάπαρη

Δικηγόροι: Ιουλία Αγγελακοπούλου, Χριστίνα Χλαπανίδα

 

Εφαρμογή ν. 4072/2012 στις ΟΕ που κατά τη δημοσίευσή του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή πτώχευση.

Ισχύς καταγγελίας ως λόγου λύσης προσωπικής εταιρίας αν προβλέπεται στο καταστατικό, στο οποίο μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης. Λύση ΟΕ, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με δικ. απόφαση κατόπιν αίτησης εταίρου για σπουδαίο λόγο στο πρόσωπο ή μη του αιτούντος, που κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη καθιστά επαχθή γι’ αυτόν την εξακολούθηση της εταιρίας. Ενδεικτικοί σπουδαίοι λόγοι.

Αναιρετικός έλεγχος της συνδρομής σπουδαίου λόγου.

Δικ. αποκλεισμός εταίρου κατόπιν αίτησης όλων των εταίρων για σπουδαίο λόγο που θα δικαιολογούσε καταγγελία. Χρηματική αξίωση αποκλεισθέντος εταίρου κατά της εταιρίας ίση προς την αξία συμμετοχής του.

Υποχρέωση πίστης εταίρων και παράλειψης κάθε βλαπτικής ενέργειας, όπως ανταγωνιστικής. Αποκλεισμός εταίρου λόγω αποχής εκ των εταιρικών υποθέσεων και παράλειψης παροχής αιτηθεισών από ελεγκτή πληροφορίες, που συνιστούν παραβάσεις εταιρικών υποχρεώσεων κλονιστικές της εμπιστοσύνης των λοιπών εταίρων με συνέπεια μόνιμες διαφωνίες.

Η αίτηση αποκλεισμού εταίρου δεν κωλύει την καταγγελία ή την υποβολή αίτησης δικ. λύσης της εταιρίας από τον υπό αποκλεισμό εταίρο.

 

{…} 2. Με την με αρ. καταθ. 1439/2013 αίτησή τους (υπό στοιχείο Α), οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι Κ.Χ.Ψ. και ο Ν.Η.Ψ., εξέθεταν ότι μεταξύ αυτών και του καθ’ ου η αίτηση Κ.Ι.Ψ.., ήδη εκκαλούντος, έχει νομότυπα συσταθεί ομόρρυθμη εταιρία, υπό τις ειδικότερες συμφωνίες που αναφέρονται στην αίτηση, αλλά ο καθ’ ου αδιαφορεί πλήρως για τις εταιρικές υποθέσεις και δημιουργεί προσκόμματα στη λειτουργία της, συνιστά δε η συμπεριφορά αυτή σπουδαίο λόγο που επιβάλλει τον αποκλεισμό του από την εταιρία. Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να διαταχθεί ο αποκλεισμός του καθ’ ου από την εταιρία και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά τους έξοδα.

Περαιτέρω με την με αρ. καταθ. 56/2014 αίτησή του (υπό στοιχείο Β’) ο αιτών Κ.Ι.Ψ. και ήδη εκκαλών εξέθετε ότι μεταξύ αυτού και των καθ’ ων έχει νομότυπα συσταθεί ομόρρυθμη εταιρία υπό τις ειδικότερες συμφωνίες που αναφέρονται στην αίτηση, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η συμφωνία περί δικαιώματος των εταίρων να καταγγείλουν την εταιρία, αλλά μετά το έτος 2010 οι καθ’ ων Κ.Χ.Ψ. και ο Ν.Η.Ψ., ήδη εφεσίβλητοι, απέκλεισαν τον αιτούντα από την εταιρία και διαχειρίζονται επιβλαβώς τις εταιρικές υποθέσεις. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να διαταχθεί η δικαστική λύση της εταιρείας, να τεθεί σε εκκαθάριση, να διορισθεί εκκαθαριστής από το Δικαστήριο το υποδεικνυόμενο τρίτο πρόσωπο και να καταδικασθούν οι καθ’ ων στα δικαστικά του έξοδα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αιτήσεις, αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε ότι είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση αμφοτέρων των αιτήσεων με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τις έκρινε νόμιμες στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 259, 263 και 294 του Ν. 4072/2012 και στη συνέχεια απέρριψε την υπό στοιχείο Β’ αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ δέχτηκε την υπό στοιχείο Α’ αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και διέταξε τον αποκλεισμό του εταίρου Κ.Ι.Ψ., καθ’ου και αιτούντος. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο καθ ου η υπό στοιχείο Α’ αίτηση – αιτών της υπό στοιχείο Β’ αίτησης και ήδη εκκαλών, με την κρινόμενη έφεση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η εναντίον του υπό στοιχείο Α’ αίτηση και να γίνει δεκτή η υπό στοιχείο Β’ αίτηση.

{…} 4. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 §1 Ν. 4072/2012 περί «Βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέας εταιρικής μορφής – Σημάτων – Μεσιτών ακινήτων – Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 86/11.4.2012), η ομόρρυθμη εταιρία λύνεται α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, ενώ στην εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσεως της εταιρίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 §1 του ιδίου ως άνω Ν. 4072/2012, ομόρρυθμη είναι η εταιρία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό, για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον, ενώ σύμφωνα με την §2 του άρθρου 249 του Ν. 4072/2012, εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο αντίστοιχο κεφάλαιο, εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρία οι διατάξεις του Αστικού Δικαίου για την εταιρία, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 758 και 761 ΑΚ. Μάλιστα, κατ’ άρθρο 294 §1 του Ν. 4072/2012 περί μεταβατικών διατάξεων, ο εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρίες που – κατά την έναρξη της ισχύος του από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 11.4.2012, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις (άρθρο 330§2 Ν. 4072/2012) – δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του νέου νόμου 4072/2012 συνάγεται ότι οι λόγοι λύσεως προσωπικών εταιριών (Ο.Ε. και Ε.Ε.) διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιριών. Η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρίας έχει πλέον απαλειφθεί ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσεως της προσωπικής εταιρίας, ισχύει όμως ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Ωστόσο, στην εκάστοτε εταιρική σύμβαση, μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης της εταιρίας (άρθρο 259 παρ. 1 εδ. 2 Ν. 4072/2012, ως ανωτέρω), τέτοιοι δε λόγοι δεν αποκλείεται να είναι και γεγονότα που επιφέρουν άλλωστε και την έξοδο εταίρου από την εταιρία (για την εκούσια έξοδο αυτού, βλ. άρθρο 261 Ν. 4072/2012), που αφορούν σε μεταβολές στο πρόσωπο των εταίρων (όπως θάνατος ή πτώχευση εταίρου ή θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση κλπ, κατ’ άρθρο 260 §§1-2 Ν. 4072/2012) ή και η καταγγελία της εταιρίας από μέρους εταίρου. Συνεπώς, η καταγγελία αποτελεί πλέον λόγο λύσης της ομόρρυθμης εταιρίας, μόνον αν προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση και με τους όρους που προβλέπονται σ’ αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 259, 294, όπως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 330 ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α’ 86/11.4.2012), συνάγεται ότι, κατά τα προαναφερόμενα, μεταξύ άλλων, η ομόρρυθμη εταιρεία λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο, αφορά τόσο την εταιρία αορίστου όσο και την ορισμένου χρόνου. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης και δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 261 του ως άνω νόμου, το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρίας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται επομένως μόνο σε περίπτωση που δεν ανευρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρίας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης που δημιούργησε ο επικαλούμενος σπουδαίος λόγος. Η ύπαρξή του θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρίας (ΜονΕφΑθ 7196/2014 Νόμος). Αυτές οι επιπτώσεις είναι απαραίτητο να παρουσιάζουν το στοιχείο της μονιμότητας και να μην έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Συνιστά δε σπουδαίο λόγο οποιοδήποτε περιστατικό, που ανάγεται, στο πρόσωπο ή όχι του αιτούντος, το οποίο, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή για τον καταγγέλλοντα εταίρο την εξακολούθηση της εταιρίας έως το χρόνο λήξης της διάρκειάς της. Τέτοια περιστατικά είναι η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείρισή τους, οι διαρκείς διαφωνίες, το μίσος μεταξύ των εταίρων, η διακοπή ή η διατάραξη των προσωπικών σχέσεων μεταξύ των συνεταίρων, όταν αυτή παρουσιάζει σοβαρό και εξακολουθητικό χαρακτήρα και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους, που έχουν ως επακόλουθο είτε την παράλυση της λειτουργίας της είτε την αδυναμία της εκπλήρωσης του σκοπού της (πρβλ. ΕφΑθ 1715/2005 Δνη 2005. 1726). Επισημαίνεται ότι ο σπουδαίος λόγος κρίνεται αντικειμενικώς, η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή σπουδαίου λόγου λύσης της εταιρίας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (πρβλ ΑΠ 681/2010 Νόμος).

Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου διατυπώνονται τα εξής: «Πέραν της δυνατότητας του εταίρου να επιφέρει τη δικαστική λύση της εταιρίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. δ, προβλέπεται για πρώτη φορά το δικαίωμα εξόδου του εταίρου από την εταιρία. Το δικαίωμα εξόδου αντικαθιστά έτσι – χωρίς όμως να καταργεί, καθόσον μπορεί να εισαχθεί με την εταιρική σύμβαση – το δικαίωμα καταγγελίας» (βλ. σχ. και Αρ. Σινανιώτη – Μαρούδη «Προσωπικές Εταιρίες», 2012, σελ. 98). Για τον αποκλεισμό εταίρου, κατά το άρθρο 771 ΑΚ, απαιτείται α) η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ο οποίος θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρίας με καταγγελία και αφορά ειδικότερα παράβαση των εταιρικών υποχρεώσεων, β) αίτηση όλων των εταίρων προς το αρμόδιο δικαστήριο για τον αποκλεισμό του υπαίτιου εταίρου και γ) τελεσίδικη δικαστική απόφαση, διαπλαστικού χαρακτήρα, με την οποία διατάσσεται ο αποκλεισμός. Με τον αποκλεισμό επέρχεται απόσβεση της εταιρικής συμμετοχής και ο εταίρος έχει αξίωση κατά της εταιρίας ίση προς την αξία συμμετοχής του (ΕφΑθ 972/2003 ΕπισκΕμπΔ 2003. 531, Γεωργιάδης – Σταθόπουλος ΑΚ τ. 4ος σελ. 80 επ., Ν. Ρόκας «Εμπορικές εταιρίες» εκδ. Δ’ σελ. 76, 77, Κ. Ρόκας ΝοΒ 18. 1281). Οι εταιρικές υποχρεώσεις, η παράβαση των οποίων παρέχει το δικαίωμα αποκλεισμού του εταίρου, εφόσον υπάρχει υπαιτιότητα του ως προς την παράβαση αυτή, είναι δυνατό να επιβάλλονται από την εταιρική σύμβαση ή το νόμο. Μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνονται: 1) Η υποχρέωση καταβολής εισφοράς, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προσωπική εργασία (άρθρα 741, 742 ΑΚ). 2) Η απολύτως συναφής προς την προηγουμένη «υποχρέωση πίστεως», από την οποία προκύπτει θετικά η υποχρέωση διαφυλάξεως των συμφερόντων της εταιρίας, αρνητικά δε η υποχρέωση παραλείψεως κάθε ενέργειας που μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα αυτά. Η υποχρέωση αυτή διατυπώνεται ρητά στο άρθρο 747 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εταίρος δεν δικαιούται να ενεργεί για δικό του ή ξένο λογαριασμό πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρείας. Οι πράξεις που απαγορεύονται καθορίζονται από το σύνολο των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης εταιρίας, με βάση κυρίως το σκοπό της, ως καταρχήν δε απαγορευμένες πράξεις θα πρέπει να χαρακτηρισθούν οι πράξεις ανταγωνισμού σε βάρος της εταιρείας, εκείνες δηλαδή που είναι όμοιες με αυτές που εμπίπτουν στο περιεχόμενο του εταιρικού σκοπού (ΕφΔωδ 209/1998 ΕπισκΕμπΔ 199. 822, Ν. Ρόκας «Εμπορικές Εταιρίες» σελ. 271, Μηνούδης σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ άρθρο 747 αρ. 1, 3, 9, άρθρο 771 αρ. 10, ΕφΠειρ 1114/1982 ΕΕμπΔ ΛΒ. 419). Περαιτέρω, στο άρθρο 264 (Δικαιώματα και υποχρεώσεις εξερχόμενου και αποκλειόμενου εταίρου) του ως άνω ν. 4072/2012 προβλέπονται τα ακόλουθα: «1. Σε περίπτωση εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου, η εταιρεία του αποδίδει αυτούσια τα αντικείμενα που είχε εισφέρει κατά χρήση. 2. Εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, ο εξερχόμενος ή ο αποκλειόμενος εταίρος, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 261, έχει αξίωση κατά της εταιρίας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του. Σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς την αξία συμμετοχής, η αξία που καταβάλλεται ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 259 με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.»

4. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων … αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 23.9.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και έχει καταχωρηθεί μαζί με τις τροποποιήσεις στα τηρούμενα βιβλία δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Λάρισας, συστήθηκε μεταξύ των διαδίκων ομόρρυθμη εμπορική εταιρία, με έδρα στο Π. Φ.και αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την εκτροφή και εκμετάλλευση αιγοπροβάτων, σε ιδιόκτητο στάβλο, με μηχανολογικό εξοπλισμό και λειμώνα. Η συμμετοχή εκάστου εταίρου στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας ορίσθηκε στο ένα τρίτο. Η διάρκεια της εταιρίας, ύστερα από τροποποίηση του αρχικώς προβλεφθέντος αόριστου χρόνου, ορίσθηκε ορισμένη, μέχρι τις 31.10.2027. Διαχειριστές ορίσθηκαν όλοι οι εταίροι από κοινού και για την περίπτωση λύσης και εκκαθάρισης της εταιρίας συμφωνήθηκε ότι «εκκαθαριστές διορίζονται οι εταίροι». Από τους πρώτους μήνες λειτουργίας της, η εταιρία χρειάστηκε να καταφύγει σε τραπεζικό δανεισμό, δεδομένου ότι δεν υπήρχε επαρκές κεφάλαιο. Προς τούτο συνήψε με την τότε ΑΤΕ τη με αριθμό …/23.6.2006 σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού, ποσού 100.000 Ε, και την από 14.12.2007 πρόσθετη πράξη αυτής, με την οποία το πιστωτικό όριο αυξήθηκε μέχρι του ποσού των 170.000 Ε. Γιά την εξασφάλιση των παραπάνω συμβάσεων ενεγράφησαν στον τόμο … με αριθ. … υποθήκες υπέρ της ΑΤΕ σε ακίνητα των διαδίκων εταίρων, ποσού 110.000 Ε και 80.000 Ε, αντίστοιχα, ως εξής: α) υποθήκες 2ης και 3ης σειράς, αντίστοιχα, σε διαμέρισμα, εμβαδού 112 τμ του Κ.Χ.Ψ. (1ου εφεσιβλήτου) και β) υποθήκες 5ης και 6ης σειράς, αντίστοιχα, σε ποτιστικούς αγρούς του Κ. Ι. Ψ. (εκκαλούντος), έκτασης 59.000 τμ, 4ης και 5ης σειράς, αντίστοιχα, σε ξηρικούς αγρούς του, έκτασης 30.000 τμ, 3ης και 4ης σειράς, αντίστοιχα, σε ξηρικούς αγρούς του εκκαλούντος, έκτασης 19.500 τμ. Επιπλέον, η άνω πρόσθετη πράξη εξασφαλίστηκε με υποθήκη 1ης σειράς, ποσού 80.000 Ε, σε διαμέρισμα στη Λ., ιδιοκτησίας της αδελφής του Ν.Η.Ψ. (2ου εφεσιβλήτου), Μ. Ψ.. Με την από 17.1.2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, εγκρίθηκε η υπαγωγή του επενδυτικού εταιρικού σχεδίου στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 και με την μεταγενέστερη απόφαση με αριθμό …/26.4.2010 της ίδιας Αρχής, οριστικοποιήθηκε το ποσό της επένδυσης και ορίσθηκε η επιχορήγηση στο ποσό των 202.125 Ε, το οποίο και εκταμιεύθηκε τμηματικά. Ειδικότερα, το συνολικό κόστος επένδυσης ήταν 624.458,75 Ε, το ενισχυόμενο κόστος επένδυσης: 577.500 Ε, το ύψος επιχορήγησης (35%) : 202.125 Ε, το ύψος τραπεζικού δανείου (34,63%) : 200.000 Ε, και το ύψος ίδιας συμμετοχής (30,37%) : 175.375 Ε. Μετά την ως άνω απόφαση υπαγωγής, η εταιρία έλαβε δάνειο (έναντι επιχορήγησης) από την τότε Ε. Τράπεζα, ισόποσο με την κατά τα άνω εγκριθείσα επιχορήγηση, ήτοι ποσού 192.000 Ε. Καταρτίστηκε προς τούτο η με αριθμό …/30.4.2007 σύμβαση βραχυπρόθεσμου δανείου, για την εξασφάλιση της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης 1ης σειράς, ποσού 120.000 Ε, σε διαμέρισμα στη Λ. του Ν. Η. Ψ. (2ου εφεσιβλήτου) και προσημείωση 1ης σειράς, ποσού 24.000 Ε, σε ακίνητα ιδιοκτησίας του πατέρα του εκκαλούντος στο Π. Φ.. Ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθμ…./28.11.2008 σύμβασης, η εταιρία έλαβε δάνειο ύψους 200.000 Ε από την ΑΤΕ, προκειμένου να καλύψει το ποσοστό 34,63% του συνολικού κόστους της ενισχυόμενης παραγωγικής επένδυσης. Για την εξασφάλιση του δανείου αυτού ενεγράφη υποθήκη, ποσού 223.000 Ε ως εξής: α) 1ης σειράς σε όλα τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας και β) επαναληπτική υποθήκη στα ως άνω αναφερόμενα ακίνητα του 1ου εφεσιβλήτου και του εκκαλούντος.

Παράλληλα, προκειμένου να ανταποκριθεί η εταιρία στην υποχρέωση περί ίδιας συμμετοχής στο κόστος της ενισχυόμενης επένδυσης (άρθρο 5 παρ. 3 Α’ Ν. 3299/2004), έγινε αύξηση του εταιρικού της κεφαλαίου κατά 187.500 Ε, τροποποιηθέντος του καταστατικού με νεώτερο συμφωνητικό, υπό ημερομηνία 4.4.2008 και αριθμό δημοσίευσης …/7.4.2008, αλλά δεν έγινε και πραγματική καταβολή των αυξημένων ποσών των εισφορών προς συμπλήρωση του αποθεματικού της, οι οποίες (συμπληρωματικές εισφορές) καλύφθηκαν με προσωπικό δανεισμό και των τριών διαδίκων εταίρων, τραπεζικό και από συγγενείς και τρίτους. Εκτός από τις εισφορές σε χρήμα και την παροχή προσωπικών και εμπραγμάτων εγγυήσεων υπέρ της εταιρίας, οι τρείς διάδικοι εταίροι, μετά από προφορική συμφωνία, προσέφεραν για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού και προσωπική εργασία, επίσης προμήθευαν την εταιρία με ποσότητες ζωοτροφών, που παρήγαγαν στους αγρούς τους ο καθένας ατομικά, για την τροφή των ζώων (βλ. κατάθεση μάρτυρος εκκαλούντος). Η επιτακτική ανάγκη εξυπηρέτησης των οφειλών της εταιρίας προς τις Τράπεζες, (εκ των οποίων η Ε. Τράπεζα κατήγγειλε την σύμβαση δανείου στις 22.2.2010 λόγω μη κανονικής εξυπηρέτησής του) και κάλυψης των λειτουργικών δαπανών της επιχείρησης, κυρίως της δαπάνης αγοράς ζωοτροφών και γενικώς πρώτων υλών, προκάλεσε τριβές μεταξύ των διαδίκων εταίρων, οι οποίοι συνδέονται με συγγενική σχέση (είναι πρώτα ξαδέρφια).

Ειδικότερα, οι εφεσίβλητοι παραπονούνταν ότι ο εκκαλών δεν συμμετείχε με ίσο ποσοστό ούτε στην κάλυψη των οφειλών της εταιρίας, ούτε στις ζωοτροφές, ο δε εκκαλών ότι οι εφεσίβλητοι δεν του απέδιδαν το μερίδιό του από τα κέρδη της εταιρίας (βλ. κατάθεση μάρτυρος εκκαλούντος). Στην προσπάθειά τους να δρομολογηθεί η εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων που είχαν δημιουργηθεί, συνυπόγραψαν το από 3.11.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αναγνώρισαν τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες, αλλά και αυτές προς τρίτους, δεσμεύτηκαν να ολοκληρώσουν την καταγραφή των υποχρεώσεων έως 30.12.2010 και συμφώνησαν ότι εάν διαπιστωθεί ότι κάποιος από αυτούς δεν έχει καταβάλει όσα συμφώνησαν να εισφέρουν, θα καταβάλει τη διαφορά τοις μετρητοίς, άλλως θα επαναπροσδιορισθεί το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία. Τέλος, καταγράφησαν το είδος και οι ποσότητες των τροφών που όφειλαν να συνεισφέρουν εξ ιδίων στην εταιρία. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο συμφωνητικό. Όπως, όμως, προκύπτει από το εν λόγω συμφωνητικό, αλλά και την από 18.2.2015 έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης (γνωμοδότησης) της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ε. Ν., τόσο η μονογραφή, όσο και η ολόγραφη υπογραφή στο τέλος της πρώτης και δεύτερης σελίδας στο κάτω αριστερό μέρος του από 3.11.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, τέθηκαν από τον εκκαλούντα Κ.Ι.Ψ., καθώς διαπιστώθηκαν πλήρως όμοια γενικά και ειδικά γραφολογικά γνωρίσματα και ίδιος γραφολογικός αυτοματισμός κατά τη σύγκρισή του με γνήσιες υπογραφές του ιδίου (τιθέμενες σε έγγραφα που σιωπηρά ο εκκαλών αναγνώρισε τη γνησιότητά τους, αφού δεν τα αμφισβήτησε όταν τα επικαλέστηκαν και τα προσκόμισαν πρωτοδίκως οι εφεσίβλητοι). Εκτός αυτού, για τις καταγεγραμμένες σ’ αυτό υποχρεώσεις κατέθεσε σαφώς και η μάρτυρας του εκκαλούντος – σύζυγός του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου («Μάλιστα οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει τα αγροτικά προϊόντα που καλλιεργούσαν στα χωράφια τους να τα δίνουνε στην εταιρία για να τρέφονται τα ζώα … Ο σύζυγός μου όλα τα προϊόντα που καλλιεργούσε στα χωράφια του τα διέθετε για την εκτροφή των ζώων.»).Το συμφωνητικό αυτό, αποτελεί ενιαίο κείμενο, που συντάχθηκε στις 3.11.2010 σε δύο χρόνους (βλ. δεύτερη σελίδα συμφωνητικού «…Επίσης σήμερα στις 3.11.2010 συμφωνήσαμε ακόμη και τα παρακάτω…»). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δέχτηκε ότι «με το από 3/11/2010 συμφωνητικό, που φέρει τις υπογραφές και των τριών εταίρων (σε αντίθεση με το υπό την αυτή ημεροχρονολογία δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, που δεν έχει υπογράφει από τον Κ.Ψ. του Ι.) συμφωνήθηκε να γίνει σε πρώτο στάδιο, μέχρι τις 30.12.2010 «εκκαθάριση» (όχι με την τεχνική έννοια του σταδίου που ακολουθεί την λύση της εταιρείας), αλλά με την έννοια υπολογισμού και καταγραφής των οικονομικών εκκρεμοτήτων της εταιρείας, κατόπιν δε, εντός έτους, να καταβάλουν οι εταίροι στην εταιρεία τα ποσά που θα προέκυπταν ως οφειλόμενα.

Επίσης, οι δύο εκ των εταίρων, Κ. Χ. Ψ. και Ν. Ψ. ανέλαβαν την υποχρέωση προμήθειας της εταιρείας με ζωοτροφές από τα αγροτικά προϊόντα που θα παρήγαν στα ακίνητά τους. Όμως, οι έριδες και οι διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων εταίρων δεν έπαυσαν και η εταιρία δεν είχε τα αναμενόμενα κέρδη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί σε όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις της και στις 14.6.2012, η ΑΤΕ να καταγγείλει, και αυτή, τις άνω αναφερόμενες δανειακές συμβάσεις, λόγω μη κανονικής εξυπηρέτησής τους.

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, ο εκκαλών Κ.Ι.Ψ., το Σεπτέμβριο του 2012 σταμάτησε να προσέρχεται στις εγκαταστάσεις της εταιρίας, όπου προσέφερε προσωπική εργασία, όπως κατέθεσε η μάρτυράς του και ομολογείται από τους εφεσιβλήτους. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δεν προσέρχονταν στις εγκαταστάσεις (στάβλο) της εταιρίας ήταν το πρόβλημα υγείας που είχε και συγκεκριμένα η ψωρίαση και ψωριασική αρθρίτιδα με πίεση των μέσων νεύρων των χεριών που εμφάνισε, η οποία δεν του επέτρεπε να εκτελέσει χειρωνακτικές εργασίες. Από την από 20.1.2014 προσκομιζόμενη ιατρική γνωμάτευση του ιατρού ρευματολόγου της Ιατρικής Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων Α. Δ., προκύπτει ότι ο εκκαλών εξετάσθηκε στις 22.11.2012 και ευρέθη πάσχων από την ανωτέρω ασθένεια, του συνεστήθη δε φυσικοθεραπεία, τοπικά επιθέματα με αλουμινόνερο και αντιφλεγμονώδης αγωγή. Από την εν λόγω ιατρική γνωμάτευση δεν προκύπτει ούτε ο χρόνος εμφανίσεως της ασθένειας τον Σεπτέμβριο του 2012, ούτε ο χρόνος αποθεραπείας, αλλά ούτε και το διάστημα αποχής από χειρωνακτικές εργασίες. Η μάρτυρας του εκκαλούντος κατέθεσε ότι ο τελευταίος, αν και έπασχε από την παραπάνω ασθένεια, συνέχιζε να προσέρχεται στις εγκαταστάσεις της εταιρίας και να ενδιαφέρεται για τις εταιρικές υποθέσεις, οι δε μάρτυρες των εφεσιβλήτων Ζ. Μ. και Κ. Z. κατέθεσαν ότι από τον Σεπτέμβριο του 2012 ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε στο στάβλο της εταιρίας και ότι ασχολούνταν με αγροτικές εργασίες στους αγρούς του.

Οι εφεσίβλητοι στις 20.12.2012 κοινοποίησαν στον εκκαλούντα την από 17.12.2012 εξώδικη πρόσκληση – δήλωση, με την οποία, αναφέροντας ότι από τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους δεν εκπληρώνει τις εταιρικές του υποχρεώσεις, τον καλούσαν να δηλώσει άμεσα εάν επιθυμεί να διατηρήσει την ιδιότητα του εταίρου ή εάν επιθυμεί την αποχώρησή του απ’ αυτήν. Ο εκκαλών απάντησε με την από 7.1.2013 εξώδικη πρόσκληση – δήλωση, στην οποία αφού ανέφερε ότι ο οικονομικός έλεγχος της εταιρίας είναι απαραίτητος, όπως έχει τονίσει επανειλημμένως και προφορικά, ζήτησε να οριστεί τρίτο πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης, προκειμένου να προβεί στον ανωτέρω έλεγχο. Παράλληλα αναφέρθηκε και στο πρόβλημα υγείας του. Οι εφεσίβλητοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του εκκαλούντος και πραγματοποιήθηκε η κοινή συνάντηση με το τρίτο πρόσωπο που υπέδειξε ο εκκαλών. Κατά την συνάντηση αυτή συμφωνήθηκε να ξεκινήσει η καταγραφή και ο έλεγχος της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας από τις υποχρεώσεις που τρίτοι έχουν αναλάβει κατ’ εντολή της, καθώς και οι δανειακές υποχρεώσεις της εταιρίας προς τρίτους δανειστές, πλην των τραπεζικών ιδρυμάτων. Επειδή, όμως, ο εκκαλών αρνήθηκε να συνεργαστεί, οι εφεσίβλητοι του κοινοποίησαν την από 8.3.2013 εξώδικη πρόσκληση – δήλωση, με την οποία, αφού διαμαρτύρονταν για την συνεχόμενη αποχή του από τις εταιρικές του υποχρεώσεις, του δήλωναν ότι εάν δεν συμμορφωθεί, θα επιδιώξουν τον δικαστικό αποκλεισμό του από την εταιρία. Ο εκκαλών δεν απάντησε, αλλά ούτε και επέδειξε ενδιαφέρον για τα εταιρικά πράγματα, προτιμώντας να ασχοληθεί με την καλλιέργεια των κτημάτων του.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο εκκαλών από το Σεπτέμβριο του 2012 και εντεύθεν έπαυσε να επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις της εταιρίας γιά να προσφέρει προσωπική εργασία και να ενδιαφέρεται γενικά για την πορεία των οικονομικών υποθέσεων της εταιρίας και άρχισε να αποστασιοποιείται από αυτήν όχι για λόγους ασθενείας, αλλά με σκοπό να αποφύγει τις οικονομικές υποχρεώσεις που ανέλαβε συμμετέχοντας στην εταιρία. Εάν το πρόβλημα υγείας του εκκαλούντος τον εμπόδιζε να προσφέρει και προσωπική εργασία στις εγκαταστάσεις της εταιρίας, δεν θα απασχολούνταν ο τελευταίος με την καλλιέργεια των αγρών του, εκτός αυτού η ασθένειά του δεν τον εμπόδιζε να επιδείξει ενδιαφέρον για την πορεία της εταιρίας, συνεισφέροντας το μερίδιό του στις οικονομικές υποχρεώσεις και συμπράττοντας στην διενέργεια του οικονομικού ελέγχου αυτής.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δέχτηκε ότι «Μετά το 2012 διαγνώσθηκε ότι πάσχει από ψωριασική αρθρίτιδα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 20.1.2014 ιατρική γνωμάτευση του Καθηγητή Παθολογίας – Ρευματολογίας της Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Α. Δ., όπου γίνεται μνεία εξέτασης του ασθενούς στις 22.11.2012 και πλέον κατέστη γι’ αυτόν δυσχερής η προσφορά προσωπικής εργασίας, χωρίς όμως υπαιτιότητά του. Δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτό το αναφερόμενο στην αίτηση περί αποκλεισμού, ότι ο υπό αποκλεισμό εταίρος υπαιτίως έπαυσε να εργάζεται για την εταιρεία, διότι τον εξώθησε στη διακοπή της παροχής εργασίας η ασθένειά του, περί της οποίας πρέπει να επισημανθεί ότι είναι πολύ σοβαρότερη νόσος και με πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις σε σχέση με το απλό έκζεμα, περί του οποίου έκανε λόγο στο ακροατήριο ο μάρτυρας των αντιδίκων του υπό αποκλεισμό εταίρου», ενώ δεν έσφαλε δεχόμενο ότι «Η αποχή από την εργασία δεν δημιούργησε πρόβλημα στη λειτουργία της επιχείρησης, διότι εκτός από τους εταίρους απασχολούνται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας και αλλοδαποί εργάτες».

Ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις των συνεταίρων του, αποδεικνύεται ότι μετά το τέλος του έτους 2012, ο Κ.Ι.Ψ. υπαιτίως απέχει από την διαχείριση και επιχειρούμενη προσπάθεια αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων της επιμελείας, ασχολούμενος πλέον μόνο με την προσωπική κτηματική περιουσία του». Περαιτέρω, η αποχή εκ μέρους του εκκαλούντος ομόρρυθμου εταίρου από τις εταιρικές υποθέσεις, η παράλειψή του να παράσχει τις αιτηθείσες από τον ελεγκτή τρίτο πληροφορίες για τον οικονομικό έλεγχο της εταιρίας, αν και υπάρχουν εκ μέρους του αιτιάσεις σχετικά με αποκλεισμό του από την εταιρία και κακή οικονομική διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων από τους εφεσιβλήτους, αλλά και υπόνοιες για την εκ μέρους τους επιχείρηση ανταγωνιστικών πράξεων με σκοπό την ενίσχυση της ατομικής τους περιουσίας σε βάρος της εταιρικής, καθώς και το γεγονός ότι έχει παύσει πλέον να εργάζεται για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, ισχυριζόμενος ότι δεν υπάρχει καταστατική υποχρέωσή του να συνεισφέρει την προσωπική του εργασία στην εταιρία και τις απαιτούμενες ποσότητες ζωοτροφών, αμφισβητώντας την σχετική προφορική συμφωνία, αλλά και την γραπτή που έγινε στις 3.11.2010 και ότι η εταιρία έχει κακή πορεία, με ευθύνη των εφεσιβλήτων οι οποίοι τον απέκλεισαν από την διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, κατά τα προαναφερθέντα, συνιστούν γεγονότα που εύλογα έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των λοιπών ομορρύθμων εταίρων προς αυτόν. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά υπαίτια παράβαση των εταιρικών υποχρεώσεων του και ιδίως της υποχρέωσης πίστεως, από την οποία προκύπτει θετικά η υποχρέωση διαφυλάξεως των συμφερόντων της εταιρίας, αρνητικά δε η υποχρέωση παραλείψεως κάθε ενέργειας που μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα αυτά, συγχρόνως δε και κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων εκ μέρους του, με αποτέλεσμα την πρόκληση έντονων διαφωνιών μεταξύ των διαδίκων – ομορρύθμων εταίρων, οι οποίες δεν είναι παροδικές αλλά μόνιμες, με περαιτέρω επίπτωση τη δημιουργία τεταμένων σχέσεων μεταξύ τους.

Συνεπώς, τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για τον αποκλεισμό από την εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία του εκκαλούντος εταίρου, κατά το άρθρο 263 του ν. 4072/2012, καθόσον η συνέχιση της εταιρίας με τον υπό αποκλεισμό εταίρο, ενόψει της προαναφερθείσας συμπεριφοράς του, είναι δυσβάστακτη έως αφόρητη για τους λοιπούς εταίρους, έτσι ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία και η υπόσταση της ομόρρυθμης εταιρίας. Συγκεκριμένα, η παραμονή του ως άνω εταίρου στην εν λόγω εταιρία, υπό τις συνθήκες αυτές, είναι πέραν των ορίων της καλής πίστης, πολλώ δε μάλλον εφόσον και ο ίδιος κατ’ ουσίαν δεν επιθυμεί την παραμονή του στην εταιρία, δεδομένου ότι επιθυμεί τη λύση της και για το λόγο αυτό υπέβαλε την ένδικη αίτηση περί δικαστικής λύσης της εταιρίας και θέσης αυτής σε εκκαθάριση.

Εξάλλου, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι με βάση την αρχή της αναλογικότητας, που είναι συνυφασμένη με την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση άλλος ηπιότερος τρόπος διευθέτησης των προβλημάτων που έχουν ανακύψει μεταξύ των εταίρων και εντεύθεν ρύθμισης των εταιρικών σχέσεων, δεδομένου ότι ο εκκαλών ομόρρυθμος εταίρος επιθυμεί μόνο τη λύση της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας, στην οποία συμμετέχει (και για το λόγο αυτό προέβη στην άσκηση της ένδικης αίτησης περί λύσης αυτής), αρνούμενος κατ’ ουσία να ασκήσει το δικαίωμα που του αναγνωρίζει ο νόμος 4072/2012 περί δήλωσης εκούσιας αποχώρησης από την εταιρία κατά τις διατάξεις του άρθρου 261 (εκούσια έξοδος εταίρου) και να αξιώσει την καταβολή της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του.

Επομένως, ενόψει και του ότι η αποχή από την εργασία του δεν δημιουργεί πρόβλημα στη λειτουργία της επιχείρησης, διότι εκτός από τους εφεσιβλήτους εταίρους απασχολούνται στις εγκαταστάσεις της εταιρίας και αλλοδαποί εργάτες, αλλά και της προηγούμενης συμφωνίας των εταίρων, σύμφωνα με την οποία, όποιος εταίρος δεν κατορθώσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από την μεταξύ αυτών εκκαθάριση υποχρεώσεων, θα αποχωρούσε από την εταιρεία, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις (παράβαση των εταιρικών υποχρεώσεων) για τον αποκλεισμό του ως άνω εταίρου από την εταιρία. Η λύση αυτή εξυπηρετεί όλους τους διαδίκους: οι μεν αιτούντες τον αποκλεισμό εταίροι δείχνουν έμπρακτη διάθεση να εξακολουθήσουν την παραγωγική λειτουργία της εταιρίας, αντιμετωπίζοντας, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, τα όποια οικονομικά προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί (καταβάλλουν χρηματικά ποσά σε Τράπεζες, υπέβαλαν εκπρόθεσμες φορολογικές δηλώσεις), ο δε υπό αποκλεισμό εταίρος απέχει από την διαχείριση της εταιρείας και επιζητεί την εκκαθάριση, η οποία άλλωστε θα πραγματοποιηθεί ως προς την εταιρική μερίδα του, μετά τον διατασσόμενο αποκλεισμό του.

Εξάλλου, ως προς την αίτηση λύσης της εταιρείας για σπουδαίο λόγο, η οποία πρέπει να εξετασθεί παράλληλα με την αντίθετη αίτηση και ανεξάρτητα από την έκβαση εκείνης (διότι η αίτηση αποκλεισμού εταίρου δεν εμποδίζει την καταγγελία της εταιρείας ή την υποβολή αίτησης λύσης της εταιρείας από τον υπό αποκλεισμό εταίρο – σχετικώς βλ. Σελέκο, ΔικΠΕ, έκδοση Νομικής Βιβλιοθήκης 2001, τόμος 1ος, § 9 αριθμ. 74 και τις εκεί παραπομπές), αποδείχθηκε ότι η πορεία των εταιρικών υποθέσεων αρχικά ναι μεν δεν ήταν καλή, η εταιρία, όμως, παρά τις οικονομικές δυσχέρειες, λειτουργούσε και αποπλήρωνε τις υποχρεώσεις της (βλ. φορολογικές δηλώσεις ετών 2011, 2012, 2013 και αντίγραφα γραμματίων είσπραξης τραπεζών, ιδιωτών και δημοσίου), ενώ ήδη, κατά τα προαναφερόμενα, υπάρχει βελτίωση της πορείας αυτής. Ειδικότερα, το ζωικό κεφάλαιο της εταιρίας αυξήθηκε από τα 178 πρόβατα στα 220 και 308 (βλ. αντίγραφο μητρώου εκμετάλλευσης αιγοπροβάτων της δ/νσης αγροτικής οικονομίας και κτηνιατρικής ΠΕ Λ.), η φορολογική εικόνα της εταιρίας έχει τακτοποιηθεί, αφού από τον Φεβρουάριο του 2014 υποβλήθηκαν κανονικά όλες οι περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ (βλ. περιοδικές δηλώσεις), έχουν ρυθμιστεί οι οφειλές της προς το Δημόσιο (βλ. αίτηση ρύθμισης οφειλών και καταβολή πρώτης δόσης), την Α. Τράπεζα, ως διάδοχο της Ε. (βλ. γραμμάτιο είσπραξης), ενώ για την ρύθμιση των οφειλών στην ΑΤΕ βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις (βλ. επιστολή της ΑΤΕ και προϋπολογισμό άμεσων ενισχύσεων). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι λόγω της ομαλής λειτουργίας της εταιρίας, αναμένεται η διευθέτηση των προβλημάτων που προέκυψαν στο παρελθόν και η επίτευξη ανάπτυξης στο μέλλον και αντίστοιχα συνάγεται η έλλειψη συνδρομής στο πρόσωπο των εφεσιβλήτων περιστατικών που κατά το νόμο να συνιστούν σπουδαίο λόγο για τη λύση της εταιρίας, πολλώ δε μάλλον εφόσον η διάλυση της οικονομικής οντότητας της εν λόγω επιχείρησης και η παύση της παραγωγικής δραστηριότητάς της θα οδηγούσε ενδεχομένως στη ματαίωση της εκπλήρωσης των υφιστάμενων οφειλών της. Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι ο επενδυτικός Ν. 3299/2004 επιβάλει κυρώσεις στις επιχειρήσεις που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από την υπαγωγή τους σ’ αυτόν, προκειμένου να διασφαλίσει την επιδότηση με απώτερο στόχο την λειτουργία της επιχείρησης ως παραγωγικής μονάδας στα πλαίσια συγκεκριμένου επιδοτούμενου επενδυτικού σχεδίου. Επομένως, σε περίπτωση λύσης της εταιρίας, θα υποχρεωθεί αυτή να επιστρέψει την κρατική επιχορήγηση συνολικού ποσού 202.125 Ε.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί ενέργειας ανταγωνιστικών πράξεων εκ μέρους των εφεσιβλήτων, δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη από τις καταστάσεις εκμετάλλευσης και απογραφής αιγοπροβάτων, εξάλλου ο ίδιος δεν συνέπραξε προκειμένου να γίνει ο οικονομικός έλεγχος της εταιρίας από τρίτο πρόσωπο της εμπιστοσύνης του και να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του. Όσον αφορά την επικαλούμενη κακή διαχείριση, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ισχύει, διότι η εταιρία βρίσκεται σε ανάκαμψη με την συμβολή αποκλειστικά των εφεσιβλήτων, ενόψει του ότι ο εκκαλών απέχει αυτοβούλως από τις εταιρικές υποθέσεις ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2012, χωρίς να έχει αποκλειστεί από τους συνεταίρους του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος. Επομένως, η από 20.1.2014 (56/14) Β’ αίτηση του εκκαλούντος περί δικαστικής λύσης της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, εντεύθεν δε παρέλκει η έρευνα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που υπέβαλαν οι καθ’ ων – εφεσίβλητοι, ενώ η από 27.11.2013 (1439/13) Α’ αίτηση ήταν βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση σε όμοια κρίση κατέληξε και απέρριψε την υπό στοιχείο Β’ αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ δέχτηκε την υπό στοιχείο Α’ αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και διέταξε τον αποκλεισμό του εταίρου Κ.Ι.Ψ., καθ’ου και αιτούντος, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με την έφεσή του είναι αβάσιμα και απορριπτέα…