Οδηγίες για τον τρόπο καταχωρίσεως των κρατήσεων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου στο Βιβλίο Εσόδων – Εξόδων

Ενημερωτικό Σημείωμα
για τον τρόπο καταχωρίσεως των κρατήσεων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου στο Βιβλίο Εσόδων – Εξόδων μετά την εφαρμογή του Ν. 3919/2011.

*.*.*.*.*.*.*.*.*

Όπως είναι γνωστό, έως την κατάργηση των διατάξεων του άρθρου 7§§2-7 του Ν. 2753/1999 με τη διάταξη του άρθρου 5§15 του Ν. 3919/2011, οι κρατήσεις υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, των ασφαλιστικών ταμείων και του διανεμητικού λογαριασμού, συνδεόμενες με την προείσπραξη της δικηγορικής αμοιβής και καταβαλλόμενες από τον εντολέα κατά την έκδοση του σχετικού γραμματίου προεισπράξεως, λειτουργούσαν, σύμφωνα με παγία διοικητική θέση, αποτυπωμένη στις εγκυκλίους ΠΟΛ. 1035/2001 και ΠΟΛ. 1220/2001, απευθείας μειωτικά του ακαθαρίστου εισοδήματος του Δικηγόρου. Δεν καταχωρίζονταν, δηλαδή, στο σκέλος των Εξόδων του Βιβλίου Εσόδων – Εξόδων ως επαγγελματικές δαπάνες.

Μετά τις μεταβολές, που επέφερε στα ανωτέρω ο Ν. 3919/2011, ιδίως την αποσύνδεση της καταβολής των προαναφερθεισών κρατήσεων από την είσπραξη της δικηγορικής αμοιβής, γεννήθηκε το ζήτημα της φορολογικής αντιμετωπίσεως των κρατήσεων αυτών. Υπενθυμίζεται, δε, ότι, σύμφωνα με το νέο καθεστώς, οι κρατήσεις υπολογίζονται με βάση το λεγόμενο «ποσό αναφοράς», ανεξαρτήτως του ύψους της αμοιβής του Δικηγόρου.
Ελλείψει αυθεντικής ερμηνείας από πλευράς των φορολογικών αρχών και με βάση τα έως σήμερα δεδομένα, όπως αυτά προέκυπταν από τις προμνημονευθείσες εγκυκλίους, επιχειρήθηκε η ερμηνευτική προσέγγιση, που περιγράφεται στο από 01-07-2011 ενημερωτικό σημείωμα του Δ.Σ.Α. Η ανωτέρω προσέγγιση στηρίχθηκε αφενός στη φύση της καθιερουμένης πλέον «νόμιμης αμοιβής» ως καθαρής αμοιβής, αποσυνδεδεμένης από τις προπεριγραφείσες κρατήσεις, και αφετέρου στην έλλειψη, έως τη στιγμή εκείνη, διοικητικής λύσεως, η οποία να επιτρέπει πλέον, κατά μεταβολή του παλαιού καθεστώτος, την καταχώριση των κρατήσεων αυτών ως επαγγελματικών δαπανών.
Εν όψει των ανωτέρω και με δεδομένη τη βούληση της Ολομελείας Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος να επιτευχθεί η βελτίστη δυνατή λύση του ζητήματος, ώστε να αξιοποιούνται φορολογικώς κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι κρατήσεις, τις οποίες υποχρεούται να καταβάλει ο Δικηγόρος ακριβώς λόγω της παροχής των υπηρεσιών του, το θέμα τέθηκε υπ’ όψιν των αρμοδίων παραγόντων της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών. Στο πλαίσιο αυτό και μετά από εκτεταμένες συζητήσεις, υποδείχθηκε προφορικώς από τη Διοικητική Αρχή και λογικά αναμένεται να επιβεβαιωθεί και εγγράφως, στο πλαίσιο μελλοντικής εγκυκλίου, η καταχώριση στο εξής των ανωτέρω κρατήσεων ως επαγγελματικών δαπανών στο σκέλος των Εξόδων του Βιβλίου Εσόδων – Εξόδων, με παραστατικό το εκδιδόμενο από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο γραμμάτιο προκαταβολής.
Κατόπιν τούτων, παύουν, πλέον, οι κρατήσεις να λειτουργούν απευθείας μειωτικά του ακαθαρίστου εισοδήματος και, ως εκ τούτου, παύουν πια να ισχύουν δύο διαφορετικές βάσεις επιβολής του φόρου αφενός για τον Φ.Π.Α. και αφετέρου για τον φόρο εισοδήματος, καθώς η «νόμιμη αμοιβή» (όπου ισχύει και δεν έχει συμφωνηθεί άλλη αμοιβή) αποτελεί κοινή βάση για αμφοτέρους του προαναφερθέντες φόρους. Από την άλλη πλευρά, οι κρατήσεις αναγράφονται στην Α.Π.Υ. ως πληροφοριακό στοιχείο και καταχωρίζονται πλέον στο σκέλος των Εξόδων του Βιβλίου Εσόδων – Εξόδων, στη στήλη «Έξοδα χωρίς Φ.Π.Α.», ώστε, συναθροιζόμενες με τις λοιπές επαγγελματικές δαπάνες στο τέλος της χρήσεως, να αφαιρεθούν από το ακαθάριστο εισόδημα και να προκύψει το καθαρό φορολογητέο εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα.
Προς τον σκοπό καλύτερης κατανοήσεως των ανωτέρω, παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο
Δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία και ο Δικηγόρος συμφωνεί να λάβει από τον εντολέα τη νόμιμη αμοιβή για δικαστηριακή πράξη, ύψους 100 Ευρώ, ενώ καταβάλλει κρατήσεις στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ύψους 12 Ευρώ.
Βάση επιβολής του Φ.Π.Α. (εκροές Φ.Π.Α.): 100 Ευρώ
Αναλογών Φ.Π.Α. 23%: 23 Ευρώ (100 Χ 23%)
Ακαθάριστο Εισόδημα: 100 Ευρώ
Έξοδο: 12 Ευρώ

Παράδειγμα 2ο
Ο Δικηγόρος συμφωνεί με τον εντολέα να λάβει τη νόμιμη αμοιβή για δικαστηριακή πράξη, ύψους 100 Ευρώ, και, επιπλέον αυτής, το ποσό των κρατήσεων, ύψους 12 Ευρώ, που καταβάλλει εν συνεχεία στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ήτοι λαμβάνει συνολικώς το ποσό των 112 Ευρώ.
Βάση επιβολής του Φ.Π.Α. (εκροές Φ.Π.Α.): 112 Ευρώ
Αναλογών Φ.Π.Α. 23%: 25,76 Ευρώ (112 Χ 23%)
Ακαθάριστο Εισόδημα: 112 Ευρώ
Έξοδο: 12 Ευρώ

Παράδειγμα 3ο
Ο Δικηγόρος συνάπτει με τον εντολέα του έγγραφη συμφωνία, βάσει της οποίας λαμβάνει αμοιβή για δικαστηριακή πράξη μεγαλύτερη της νόμιμης και, συγκεκριμένα, το ποσό των 200 Ευρώ, ενώ καταβάλλει κρατήσεις στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο (οι οποίες, ανεξαρήτως του ύψους της αμοιβής, υπολογίζονται επί του «ποσού αναφοράς») ύψους 12 Ευρώ.
Βάση επιβολής του Φ.Π.Α. (εκροές Φ.Π.Α.): 200 Ευρώ
Αναλογών Φ.Π.Α. 23%: 46 Ευρώ (200 Χ 23%)
Ακαθάριστο Εισόδημα: 200 Ευρώ
Έξοδο: 12 Ευρώ

Παράδειγμα 4ο
Ο Δικηγόρος συνάπτει με τον εντολέα του έγγραφη συμφωνία, βάσει της οποίας λαμβάνει αμοιβή για παράσταση σε συμβόλαιο ύψους 1.000 Ευρώ, ενώ καταβάλλει κρατήσεις στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ύψους 350 Ευρώ.
Βάση επιβολής του Φ.Π.Α. (εκροές Φ.Π.Α.): 1.000 Ευρώ
Αναλογών Φ.Π.Α. 23%: 230 Ευρώ (1.000 Χ 23%)
Ακαθάριστο Εισόδημα: 1.000 Ευρώ
Έξοδο: 350 Ευρώ

Τέλος, επισημαίνεται ότι στην εκδιδομένη Α.Π.Υ. θα αναγράφεται, καθ’ όσον αφορά στις δικαστηριακές πράξεις, ως πληροφοριακό στοιχείο, και η διενεργηθείσα προκαταβολή φόρου 15%. Περισσότερες λεπτομέρειες για το ζήτημα της προκαταβολής φόρου 15% θα παρασχεθούν στο εγγύς μέλλον, όταν και αναμένεται η έκδοση της σχετικής Υπουργικής Αποφάσεως, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 20§7 του Ν. 3943/2011.

(To ανωτέρω ενημερωτικό σημείωμα εκδόθηκε από τον Δ.Σ.Α.)