Απάντηση Ολομέλειας στο ΥπΔικ για ερωτήματα Τρόικας

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

Αθήνα, 28.9.2011
Αρ. Πρωτ. 10
Προς
τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας
και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
κ. Μιλτιάδη Παπαϊωάννου
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:
1) Υφυπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας
και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
κ. Γεώργιο Πεταλωτή
2) Γεν. Γραμματέα Υπουργείου Δικαιοσύνης,
Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
κ. Νικόλαο Κανελλόπουλο

Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ,
Αναφερόμεθα στο υπ’ αριθμ. πρωτ. 61471οικ./1-8-2011 έγγραφο του Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το οποίο μας κοινοποιήθηκαν ερωτήματα/εισηγήσεις της Τρόικα,

που αφορούν θέματα που άπτονται άμεσα με το ρόλο, το έργο και τη λειτουργία των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, καθώς και τον θεμελιώδη ρόλο του Δικηγόρου ως μέλους Συλλόγου και συλλειτουργού της Δικαιοσύνης.
Τα ζητήματα αυτά εξετάσθηκαν ενδελεχώς από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων στην Συνεδρία της που έλαβε χώρα στην Πάτρα στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου και την οποία τίμησε με την παρουσία του ο Υφυπουργός κ. Γ. Πεταλωτής.
Κατόπιν της εν λόγω εξετάσεως, υποβάλλουμε σ’ Εσάς, τις θέσεις του Δικηγορικού Σώματος που υιοθετήθηκαν ομοφώνως από την Ολομέλεια, επί των θεμάτων αυτών.
Α. Κατ’ αρχή, η Ολομέλεια θεωρεί και προβάλλει ότι η Τρόικα αναρμοδίως θίγει θέματα που αφορούν το έργο και τη λειτουργία των Δικηγορικών Συλλόγων, καθώς και τον θεμελιώδη ρόλο του Δικηγόρου και του τρόπου ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος (πέραν των όσων ρητώς προβλέπονται στην Οδηγία Υπηρεσιών 2006/123 και στις κλαδικές Οδηγίες 98/5/ΕΚ και 77/249/ΕΟΚ), αφού, μεταξύ άλλων, τα θέματα αυτά και οι τυχόν προτεινόμενες από την Τρόικα τροποποιήσεις δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην οικονομία της χώρας μας.
Β.    Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν είναι επιχειρήσεις ή απλά επαγγελματικά σωματεία ή ενώσεις, αλλά ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, έχοντας ως κύρια αποστολή των εξασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικηγόρων-μελών τους -οι οποίοι δικηγόροι είναι συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης – με απώτερο σκοπό την προστασία του πολίτη και την πρόσβαση αυτού στη δικαιοσύνη.
Οι αρμοδιότητες, σκοποί και καθήκοντα των Δικηγορικών Συλλόγων χαράσσονται λίαν ευρέως στις σχετικές διατάξεις του άρθρου 199 Κωδ. Δικ., ήτοι:
(α) η μέριμνα για την εν γένει αξιοπρέπεια του Δικηγόρου και η απονομή από κάθε Αρχή του οφειλόμενου προς αυτόν σεβασμού κατά την ενάσκηση του λειτουργήματός του.
(β) η υποβολή προτάσεων και γνωμών που αφορούν στην βελτίωση της Νομοθεσίας, η ερμηνεία και η εφαρμογή της.
(γ) η διατύπωση παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς την λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης.
(δ) η συζήτηση και λήψη αποφάσεων πάνω σε κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει το Δικηγορικό Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ή την επαγγελματική τάξη.
(ε) η συζήτηση και λήψη αποφάσεων επί παντός γενικότερου ζητήματος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχομένου.
Σύμφωνα με το νόμο, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι είναι Οργανισμοί Επιστημονικοί και Επαγγελματικοί. Ως Επιστημονικοί Οργανισμοί έχουν αποστολή την παροχή υπηρεσιών για την εύρυθμη λειτουργία και απονομή της δικαιοσύνης, την προαγωγή και πρόοδο της επιστήμης του Δικαίου, την βελτίωση της Νομοθεσίας, την παρακολούθηση της νομολογίας των Δικαστηρίων, την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, την προστασία των Συνταγματικών Δικαιωμάτων και Ατομικών Ελευθεριών του πολίτη, την διασφάλιση της ελεύθερης έκφρασης του Ελληνικού λαού, την προστασία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.
Ως Επαγγελματικοί Οργανισμοί δεν έχουν καθήκον μόνο την υπεράσπιση των θεμάτων και επαγγελματικών και ηθικών διεκδικήσεων του Δικηγορικού Σώματος αλλά και την εξασφάλιση, μέσω εκπαιδευτικών και επιμορφωτικών προγραμμάτων, σεμιναρίων και διαλέξεων, της ποιότητας των υπηρεσιών που οι Δικηγόροι παρέχουν στον πολίτη/καταναλωτή, δηλ. υπηρεσιών που παρέχονται από πρόσωπα που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα (επιστημονική ικανότητα και ηθική υπόσταση – Ολ.ΣτΕ 3177/2007 ΝοΒ 56, 435).
Ειδικότερα οι Σύλλογοι οργανώνουν συνέδρια και επιστημονικές ημερίδες, εκδίδουν περιοδικά νομολογίας και ενημερώσεως για την εξυπηρέτηση των μελών τους και γενικά της επιστημονικής κοινότητας και συμμετέχουν σε προγράμματα νομικής αρωγής (legal aid) και διαμεσολάβησης (mediation) που σαφέστατα ωφελούν τον πολίτη.
Επίσης, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της Ελλάδος, μέσω της Ολομέλειας και του Δ.Σ.Α., συμμετέχουν στο Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων Ευρώπης (CCBE) και δραστηριοποιούνται σε σειρά προγραμμάτων που στηρίζονται από το CCBE και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ειδικότερα την Επιτροπή Δικαιοσύνης της Ε.Ε., όπως ενδεικτικά: Διαδικαστικά μέτρα για την προστασία υπόπτων και κατηγορουμένων σε ποινικές υποθέσεις (Procedural Safeguards for suspects and defendants in criminal proceedings), «Βρες τον Δικηγόρο σου» (Find a Lawyer), Διασυνοριακό Δίκτυο για Ποινικολόγους (Cross border network for defense lawyers), Επιτροπές για την καθιέρωση του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο πεδίο των Συμβάσεων, Εταιριών και Αστικού Δικαίου (οικογενειακό και κληρονομικό), κ.α.
Γ.    Ειδικότερα ως προς τα τέσσερα θέματα που αναφέρονται στο ως άνω έγγραφο του Υπουργείου Σας:
(α)    Εισφορές/Συνδρομές
Μολονότι δεν είναι σαφές σε ποιες συγκεκριμένες «εισφορές» αναφέρονται οι εκπρόσωποι της Τρόικα, οι  οποίες κατά την άποψή τους πρέπει να καθορίζονται με βάση μόνο ένα ετήσιο προϋπολογισμό των «λειτουργικών δαπανών», η θέση της Ολομέλειας είναι ως ακολούθως:
Ο προσδιορισμός του ποσού της ετήσιας συνδρομής έχει ανατεθεί στο Δ.Σ. του κάθε Συλλόγου (άρθρο 201 Κωδ. Δικ.), αυτή δε είναι εύλογη και δικαιολογημένη, αφού, μεταξύ άλλων, προβλέπεται και διαφορετική κλίμακα για Δικηγόρους παρά Πρωτοδίκες, παρ’ Εφέτες και παρ’ Αρείω Πάγω. Η δε καθιέρωση ειδικών εισφορών, με καθορισμό του ποσού αυτού, υπάγεται στις Συνελεύσεις των Συλλόγων, με εξαίρεση τους Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης που υπάγεται στις αρμοδιότητες του Δ.Σ., με αυξημένη πλειοψηφία (άρθρο 200 Κωδ. Δικ.). Πλούσια είναι η νομολογία των Δικαστηρίων μας, που έκριναν ότι η από το άρθρο 200 Κωδ. Δικ. διδόμενη εξουσιοδότηση στους Δικηγορικούς Συλλόγους για την επιβολή ειδικών εισφορών είναι ειδική και συγκεκριμένη και πληροί τις απαιτήσεις του Συντάγματος, δεν συνιστά φόρο, αφού, έναντι της εισφοράς προβλέπεται ειδική αντιπαροχή (Ολ.ΣτΕ 4430/1984 ΝοΒ 33, 354, ΣτΕ 2274/1986 ΝοΒ 36, 201, ΣτΕ 3773/1987 Ελλ.Δικ. 29, 1488, Εφ. Πατρών 823/1989 Αχ.Νομ. 6, 469), συνδέεται δε η εισφορά προς την οργάνωση του δικηγορικού επαγγέλματος, ως λειτουργήματος, το οποίο, λόγω του στενού του δεσμού προς την απονομή της δικαιοσύνης και του κοινωνικού ρόλου που επιτελεί, υπόκειται σε ιδιαίτερες δεσμεύσεις και κανονιστικές ρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αποβλέπουν στην αξιοπρεπή άσκηση του και στην εξασφάλιση των βασικών υλικών όρων επαγγελματικής δράσεως για όλα τα μέλη του αυτού Δικηγορικού Συλλόγου (ΣτΕ 3773/1987 Ελλ.Δικ. 29, 1488, ΣτΕ 4082/987 ΝοΒ 36, 980).
Ένας από τους σκοπούς, τους οποίους εξυπηρετεί ο Δικηγορικός Σύλλογος, είναι και η μέριμνα για την εν γένει αξιοπρέπεια των Δικηγόρων.  Θεμελιώδες δε στοιχείο της αξιοπρεπούς ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος δεν είναι μόνο η τήρηση των νομικών και δεοντολογικών κανόνων αξιοπρεπούς παράστασης και συμπεριφοράς, αλλά και η εξασφάλιση των υλικών προϋποθέσεων αξιοπρεπούς ασκήσεως της δικηγορίας (Ολ.ΣτΕ 4430/1984 ΝοΒ 33, 314).
Περαιτέρω οι αποφάσεις αυτές πληρούν τον περί δημοσιότητας όρο, αφού λαμβάνονται σε Γενική Συνέλευση για την οποία είχαν κληθεί να συμμετάσχουν όλα τα μέλη του Συλλόγου και καταχωρούνται στα Πρακτικά των συνεδριάσεων του Συλλόγου (Ολ.ΣτΕ 4430/1984 ως άνω), είτε από το Δ.Σ. και η απόφαση καταχωρείται στα Πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ., αναρτάται στην ιστοσελίδα του Συλλόγου και ειδικές ανακοινώσεις αποστέλλονται σε όλα τα μέλη του Συλλόγου.
Εν όψει όλων των παραπάνω, είναι σαφές ότι ο καθορισμός των εισφορών των δικηγόρων και ο έλεγχος αυτού  δεν μπορεί να γίνεται με βάση μόνο τις «λειτουργικές δαπάνες» των Συλλόγων, αλλά λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω στοιχεία που αφορούν τους σκοπούς, τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των Δικηγορικών Συλλόγων και του ρόλου του Δικηγόρου στην κοινωνία, καθώς και τυχόν έκτακτα προγράμματα της Ε.Ε. ως άνω.
(β) Ενίσχυση της διαφάνειας στη λειτουργία των Δικηγορικών Συλλόγων («οικονομική διαχείριση» και «δημοσίευση στατιστικών στοιχείων για τα πειθαρχικά»)
Σύμφωνα με το άρθρο 200 Κωδ.Δικ. στην αρμοδιότητα της Γεν. Συνελεύσεως του Συλλόγου (στην οποία καλούνται όλα τα Μέλη του Συλλόγου) υπάγεται η ψήφιση του ετησίου προϋπολογισμού, ο έλεγχος της διαχειρίσεως της περιουσίας, η έγκριση του απολογισμού και της υπό του Δ.Σ. καθορισθείσας εισφοράς των Δικηγόρων (εξαίρεση όσον αφορά τους Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης, όπου η αρμοδιότητα για τα παραπάνω δύναται να ανατεθεί στο Δ.Σ., με αυξημένη πλειοψηφία). Τα μέλη των Συλλόγων έχουν δικαίωμα να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. και συνεπώς υπάρχει δημοσιότητα και πλήρης διαφάνεια. Μολονότι, ορισμένοι Σύλλογοι αναρτούν στην ιστοσελίδα τους τα οικονομικά αποτελέσματα/ετήσια έκθεση του Συλλόγου, δεν χρειάζεται νομοθετική ρύθμιση που να επιβάλει την δημοσίευση στην ιστοσελίδα της ετήσιας οικονομικής έκθεσης, αφού οι διατάξεις του Κωδ.Δικ. ήδη εξασφαλίζουν την απαιτούμενη δημοσιότητα και διαφάνεια.
Όσον αφορά τις πειθαρχικές ενέργειες, η δημοσίευση απλών στατιστικών στοιχείων σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετεί ή ενισχύει την διαφάνεια και την προάσπιση των συμφερόντων των καταναλωτών.
Οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων των Συλλόγων ανακοινώνονται τόσο στον ενδιαφερόμενο πολίτη (μηνυτή) όσο και στον μηνυθέντα δικηγόρο και βεβαίως τηρούνται πρακτικά σχετικά με τη διαδικασία και τις αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων.
Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν οριστική παύση ή προσωρινή παύση δημοσιεύονται εν περιλήψει στο νομικό περιοδικό του Συλλόγου, όταν καταστούν τελεσίδικες και τοιχοκολούνται στα γραφεία του Συλλόγου, στις αίθουσες των Δικαστηρίων και στο γραφείο του Γραμματέως της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών.  Επίσης διαβιβάζονται προς τους Εισαγγελείς των Δικαστηρίων και τους Γραμματείς των Διοικητικών Δικαστηρίων (άρθρο 79 Κωδ.Δικ.). Οι λοιπές αποφάσεις δημοσιεύονται μόνο δια τοιχοκολλήσεως στα Γραφεία των Συλλόγων (άρθρο 79 Κωδ.Πολ.Δικ.).
Συνεπώς, υπάρχει επαρκέστατη δημοσιότητα κα διαφάνεια και δεν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα (που προφανώς θα παραβιάζουν τις περί προστασίας προσωπικών δεδομένων διατάξεις) αφού ο Κώδικας ήδη προβλέπει την απαιτούμενη διαφάνεια και δημοσιότητα.
(γ)    Καθορισμένες ετήσιες συνδρομές/συνεισφορές αντί των προεισπράξεων
Από την αόριστη διατύπωση του τεθέντος από την Τρόικα ερωτήματος προκύπτει ότι η Τρόικα εισηγείται την κατάργηση των προεισπράξεων (ποσοστά υπέρ Συλλόγων και Ταμείων) και την αντικατάσταση των εισφορών που προέρχονται από τις παρακρατήσεις/προεισπράξεις με ένα καθορισμένο ποσό ετήσιας εισφοράς ή συνδρομής.
Η Ολομέλεια θεωρεί ότι η εισήγηση αναρμοδίως προτείνεται αφού συνιστά απαράδεκτη παρέμβαση στο εσωτερικό δίκαιο για την λειτουργία των Συλλόγων, αλλά είναι και ολότελα παράλογη, άδικη για τους νέους δικηγόρους και για όσους δικηγόρους δεν έχουν, λόγω των κρατουσών συνθηκών, επαρκείς παραστάσεις στα δικαστήρια.
Αντί του σημερινού εύλογου και δικαίου συστήματος βάσει του οποίου οι εισφορές παρακρατούνται περιοδικώς (κατά παράσταση σε ακροατήρια) και ανάλογα με τη συχνότητα των παραστάσεων, ο δικηγόρος (σύμφωνα με τα προτεινόμενα) θα κληθεί να καταβάλει μία εφάπαξ ετήσια συνδρομή (ασχέτως του κύκλου υποθέσεων του), που θα είναι ένα δυσβάσταχτο βάρος για όλους τους Δικηγόρους – νέους και παλαιότερους.  Περαιτέρω, το προτεινόμενο σύστημα κανένα όφελος δεν θα συνεισφέρει στην οικονομία της χώρας μας και συνεπώς δεν είναι αποδεκτό από την Ολομέλεια.
(δ)    Έλεγχος τυχόν «περιορισμών» και «ασυμβίβαστο»
Η Ολομέλεια ουδεμία αντίρρηση έχει για ένα νέο “screening” (εξέταση/αξιολόγηση) του Κώδικα περί Δικηγόρων, πλην, όμως, είναι πεπεισμένη ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί στην άσκηση της δικηγορίας και ότι το «ασυμβίβαστο» – που ισχύει για τους Δικηγόρους σ’ όλα τα Κράτη-Μέλη της Ε.Ε. – είναι απόλυτα δικαιολογημένο εν όψει του θεμελιώδους ρόλου του Δικηγόρου ως λειτουργού της Δικαιοσύνης.
Η διάταξη του νόμου που καθιερώνει το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του δικηγόρου, θεσπίστηκε για την εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και συνδέεται με την ευδόκιμη άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος.  Δεν ενέχει άνιση ρύθμιση ή ανεπίτρεπτη συνταγματικώς δέσμευση της προσωπικής και επαγγελματικής ελευθερίας του ατόμου (ενδεικτικά ΣτΕ 1676/1981 ΕΕΝ 48, 1054).
Όσον αφορά τις «απαιτήσεις» για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν αδικαιολόγητοι ή μη αναλογικοί περιορισμοί.
Κάθε Έλληνας ή Κοινοτικός πολίτης, κάτοχος πτυχίου νομικής, δύναται να εγγραφεί σε Σύλλογο ως Δικηγόρος, μετά την απαραίτητη άσκηση και εξετάσεις επί πρακτικών θεμάτων – όπως γίνεται σ’ όλα τα Κράτη-Μέλη της ΕΕ και στον πολιτισμένο κόσμο.
Όσον αφορά την απλοποίηση των διαδικασιών και διατυπώσεων που προβλέπεται στην Οδηγία για τις Υπηρεσίες, αυτή δεν έχει εφαρμογή στην Οδηγία 98/5 σχετικά με την εγκατάσταση των κοινοτικών δικηγόρων (άρθρο 5 Οδηγία για τις Υπηρεσίες).
Στη δε περίπτωση που αφορά τον περιορισμό (απαγόρευση) για δραστηριότητες πολλαπλών ειδικοτήτων (πολυεπαγγελματικές εταιρίες), αυτός είναι δικαιολογημένος και αναλογικός. Αναγνωρίζεται δε από το Κοινοτικό Δίκαιο και την ίδια την Οδηγία για τις Υπηρεσίες (σελ. 53 Εγχειρίδιο ΕΕ για την εφαρμογή της Οδηγίας). Είναι αναγκαίος και δικαιολογημένος ο περιορισμός επειδή εξασφαλίζει τη συμμόρφωση με τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και συμπεριφοράς και ειδικότερα επειδή οι δικηγόροι και λοιποί επαγγελματίες (π.χ. λογιστές) δεν δεσμεύονται από συγκρίσιμους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου (Υπόθεση Wouters C-309/99).
Αξιότιμε κ. Υπουργέ, διαβεβαιώνουμε ότι η Ολομέλεια παραμένει στη διάθεσή σας για κάθε δυνατή και εποικοδομητική συνεργασία.

Με τιμή,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ