Επίκαιρη εισήγηση οκτώ Δικηγορικών Συλλόγων προς την Ολομέλεια

Εισήγηση προς την ολομέλεια των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας

Παρασκευή, 14 Μάιος 2010 11:15

Διανύουμε μία από τις κρισιμότερες περιόδους για το δικηγορικό λειτούργημα. Η κυβέρνηση και το οικονομικό της επιτελείο και παρά τις διαβεβαιώσεις του κ. Υπουργού Δικαιοσύνης ψήφισε χωρίς διαβούλευση με την Ολομέλεια, δύο νομοθετήματα που αφορούν άμεσα τους δικηγόρους:
(α) το Ν. 3844/2010 με τον οποίο ενσωματώνεται με οριζόντιο τρόπο στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2006/123, χωρίς να έχει προηγηθεί διαβούλευση με τους δικηγόρους που επιβάλλονταν λόγω της ιδιαίτερης φύσης του λειτουργήματός μας και ιδίως σε ό,τι αφορά τη συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν τη διατήρηση των υφιστάμενων διατάξεων που αναλυτικά αναφέρονται στην από 3-5-2010 ανακοίνωση του Δ.Σ Ιωαννίνων.
(β) το Ν. 3845/2010 και το Παράρτημα IV αυτού, με τον οποίο συνδέονται άμεσα τα ελάχιστα όρια των αμοιβών, η διαφήμιση και η ελεύθερη μετακίνηση των δικηγόρων μέσα στην Ελλάδα, με την εκταμίευση του δανείου από το ΔΝΤ. Συγκεκριμένα, όπως ορίζεται, η υλοποίηση αυτών των προβλέψεων θα ελεγχθούν από το ΔΝΤ στον τρίτο απολογισμό και οι σχετικές διαδικασίες πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως τον Ιούνιο του 2011, σύμφωνα, πάντα με τον Ν. 3845.

Σχετικά με την πρόθεση του Υπουργείου Οικονομικών να αυξήσει τις ελάχιστες αμοιβές διαπιστώνουμε τα εξής:

(α) Ο Νόμος 3845/2010 δεν είναι ένα κοινό νομοθέτημα, αλλά σύμβαση δανεισμού με διεθνή οργανισμό (ΔΝΤ), οι όροι του οποίου πρέπει να έχουν οπωσδήποτε πληρωθεί πριν το τέλος του α΄ εξαμήνου 2011. Συνεπώς, ακόμη και αν η κυβέρνηση επιθυμεί να αφήσει τον Ν. 3845 ανενεργό, δεν δύναται, αφού η τήρησή του παρακολουθείται ανά τρίμηνο από το ΔΝΤ.

(β) Υπουργική Απόφαση με την οποία αυξάνονται οι ελάχιστες αμοιβές δεν παρέχει καμιά εγγύηση για τη διατήρηση αυτών στο μέλλον και δεν είναι δυνατόν να υπερισχύσει του Ν. 3845/2010, πολύ δε περισσότερο αφού ως ελέχθη, ο νόμος αυτός αποτελεί σύμβαση με διεθνή οργανισμό.

Η αύξηση των ελάχιστων αμοιβών έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα και συγκεκριμένα έως το αργότερο την 30-6-2011, οπότε και αυτές ενδέχεται να καταργηθούν.

Περαιτέρω, καταθέτουμε τον προβληματισμό μας για τη σκοπιμότητα και τις επιπτώσεις που θα έχει στην κοινή γνώμη η αύξηση των ελάχιστων αμοιβών των δικηγόρων τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Με τα οικονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν την 2-5-2010 και περιλαμβάνονται στον Ν. 3845/2010, οι μισθωτοί και συνταξιούχοι υφίστανται πρωτοφανείς περικοπές στις απολαβές τους. Πρόκειται για ουσιώδη κοινωνική εξέλιξη, που δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής της Ολομέλειας. Η κυβέρνηση θα εμφανιστεί να υποκύπτει σε αίτημα των δικηγόρων για αύξηση των αμοιβών τους. Μία τέτοια εξέλιξη θα δημιουργήσει έντονη κοινωνική αντίδραση κατά του δικηγορικού κόσμου, θα τον απομονώσει ακόμη περισσότερο από τους υπόλοιπους εργαζόμενους και όπως αναλύθηκε δεν θα έχει ούτε καν βραχυπρόθεσμο αντίκρισμα, αφού εάν δεν μεταβληθεί το ψηφισθέν νομικό πλαίσιο, ο κίνδυνος κατάργησης των ελάχιστων αμοιβών είναι δεδομένος το επόμενο δωδεκάμηνο. Η ζημιά όμως θα έχει γίνει και οι δικηγόροι θα έχουν απομονωθεί κοινωνικά.

Κατόπιν τούτων προτείνουμε τα εξής:

1. Να συγκληθεί άμεσα και κατεπειγόντως η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, στην έδρα της, στην Αθήνα, με θέμα «Συντονισμός Κινητοποιήσεων των Δικηγορικών Συλλόγων σχετικά με τις ρυθμίσεις των Ν. 3844/2010 και Ν. 3845/2010» και να τοποθετηθεί με σαφήνεια η Ολομέλεια αν τάσσεται:
Υπέρ ή κατά της τοπικής αρμοδιότητας των δικηγόρων

Υπέρ ή κατά της μιας και αποκλειστικής έδρας

Υπέρ ή κατά των ελαχίστων των δικηγορικών αμοιβών

Υπέρ ή κατά των κεφαλαιουχικών δικηγορικών εταιριών

Υπέρ ή κατά των πολυεπαγγελματικών εταιριών

Υπέρ ή κατά των διατοπικών/υπερτοπικών δικηγορικών εταιριών

Υπέρ ή κατά της άσκησης πολλαπλών δραστηριοτήτων από τους δικηγόρους Υπέρ ή κατά της υποχρεωτικής ασφάλισης επαγγελματικού κινδύνου λαμβανομένης υπόψη και της ρύθμισης του άρθρου 73 του ΕισΝ ΚΠολΔ.

2. Να εκφράσουμε την αντίθεσή μας στους Ν. 3844/2010 και 3845/2010 οι οποίοι ως έχουν, οδηγούν στην κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών, στην εμπορευματοποίηση της δικηγορίας και στην προώθηση των συμφερόντων των μεγάλων δικηγορικών γραφείων και εταιριών. Η κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών προωθείται μεθοδευμένα από τους ίδιους κύκλους, αλλά και από τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες που ευνοούνται από την εξέλιξη αυτή. Οι διανεμητικοί λογαριασμοί των δικηγορικών συλλόγων ουσιαστικά θα καταργηθούν, αλλά ταυτόχρονα θα εξευτελιστούν και οι αμοιβές στα συμβόλαια, αφού αυτά θα υπογράφονται αντί πινακίου φακής. Οι νέοι δικηγόροι οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια εκτός δικηγορικού επαγγέλματος.

3. Να ζητήσουμε από την κυβέρνηση την υιοθέτηση έκθεσης αξιολόγησης που να διατηρεί τις υφιστάμενες ρυθμίσεις του Κώδικα Περί Δικηγόρων για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Εάν δεν τηρηθεί το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, οι υποσχέσεις της κυβέρνησης δεν έχουν κανένα αντίκρισμα, τυχόν δε αύξηση των ελαχίστων αμοιβών έχει ορίζοντα λίγων μηνών.

4. Να προβούμε σε επαναλαμβανόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις μέχρι η κυβέρνηση να υιοθετήσει τις προτάσεις μας, οι οποίες σε ότι αφορά τους δικηγόρους αναφέρονται στο παράρτημα Α της παρούσας.

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΤΑΣ Τσίρκας Δημήτριος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ Ξυνίδης Αθανάσιος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Χασιώτης Ηρακλής, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ Τζαμακλής Χαρίλαος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΙΛΚΙΣ Αρτόγλου Ευρώπη, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ Βλουτέλλης Νίκος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ Στεφανίδης Δημήτριος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΧΙΟΥ Τσούρος Ισίδωρος, Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α

ΛΟΓΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΛOΓΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ «ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ» ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ, ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΕΔΡΑ, ΤΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ, ΤΑ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΟΡΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ, ΤΙΣ ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ, ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΜΕ ΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ.

1.ΤΟΠΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ
α. Η τοπική αρμοδιότητα του Δικηγόρου είναι σύμφυτη με την ιδιότητά του ως «άμισθου δημοσίου υπαλλήλου” (αρθρ. 1 Κωδ. Δικηγ.) και ουσιώδους συλλειτουργού της Δικαιοσύνης, ιδίως σε ότι αφορά τη δικαστική εκπροσώπηση των εντολέων του.

β. Οι κανόνες τοπικής αρμοδιότητας έχουν τεθεί και ως κίνητρο εγκατάστασης δικηγόρων σε λιγότερο προνομιούχες και απομονωμένες περιοχές (ενόψει και της γεωφυσικής και νησιωτικής ιδιαιτερότητας της ελληνικής επικράτειας), προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση των κατοίκων των περιοχών αυτών σε Δικηγόρο και, κατ’ επέκταση η πρόσβασης αυτών στη Δικαιοσύνη.

γ. Η «νομιμοποίηση» δικηγόρου άλλου δικηγορικού συλλόγου από τοπικό δικηγόρο είναι αναγκαία προκειμένου να αποτρέπονται εκφυλιστικά φαινόμενα κατασυκοφάντησης τοπικών Δικηγόρων ή τρίτων, με δικόγραφα που αποδίδουν βαρύτατες αιτιάσεις σε βάρος τους, χωρίς δυνατότητα άμυνας. Στις περιπτώσεις αυτές η «νομιμοποίηση» δικηγόρου άλλου δικηγορικού συλλόγου από τοπικό δικηγόρο, αποτελεί επαρκή εγγύηση τήρησης των κανόνων δεοντολογίας και των ηθικών αρχών του Δικηγορικού Σώματος και είναι αρκούντως αποτρεπτική τέτοιων εκφυλιστικών φαινομένων και διευκολύνει την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου και την προστασία των θιγομένων. Κατά τα λοιπά, η υπ’ αριθμ. 413/V/2008 απόφαση της ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αποτελεί μια καλή βάση δικαιολόγησης της «νομιμοποίησης».

δ. Οι κανόνες τοπικής αρμοδιότητας δεν είναι άκαμπτοι και απόλυτοι, αλλά προβλέπονται πλείστες όσες ειδικές ρυθμίσεις, που ουσιαστικά καθιστούν (άμεσα ή έμμεσα) τον κανόνα εξαίρεση. (βλ. ενδεικτικά άρθρ. 56 Κωδ. Δικηγ. για τις ποινικές υποθέσεις, ως τέτοιων νοούμενων δυνητικώς και αναλογικώς και των «ποινικής φύσεως» διοικητικών υποθέσεων, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρ.Δ.Α.Δ, άρθρ. 27 παρ. 2,3 ΚΔΔ, άρθρ. 17 παρ. 4,5 και 26 π.δ. 18/1989, όπως έχουν ερμηνευθεί με τις 2230/2008 και 878/2004 ΣτΕ). Συνεπώς, οι κανόνες αυτοί είναι λειτουργικοί, εύκαμπτοι και προσαρμοσμένοι στην ιδιαίτερη φύση κάθε κατηγορίας υποθέσεων.

ε. Ο κανόνας της μίας και αποκλειστικής επαγγελματικής δικηγορικής έδρας, αφενός μεν είναι και αυτός σύμφυτος με την ιδιότητα του Δικηγόρου ως «άμισθου δημοσίου υπαλλήλου» και αφετέρου έχει τεθεί προς διευκόλυνση της συνεχούς επικοινωνίας του Δικηγόρου με τον εντολέα του, το Δικαστήριο και τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, της αποτελεσματικής τήρησης και εφαρμογής των κανόνων δεοντολογίας και άσκησης του πειθαρχικού ελέγχου και της αποτροπής του ήκιστα κολακευτικού για το κύρος του Δικηγόρου φαινόμενου των πλανόδιων δικηγόρων.

2.ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
(ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ, ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ, ΥΠΕΡΤΟΠΙΚΕΣ/ ΔΙΑΤΟΠΙΚΕΣ)

Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ: α). Η απαγόρευση σύστασης δικηγορικών εταιριών αυτής της μορφής αποσκοπεί στην αποτροπή της διείσδυσης μεγάλων κεφαλαιουχικών συμφερόντων στην άσκηση της δικηγορίας που παραδοσιακά χαρακτηρίζεται (στην Ελλάδα) από την ευρεία διασπορά των Δικηγόρων, τη στενή σχέση προσωπικής εμπιστοσύνης του Δικηγόρου με τον εντολέα του και το μεγάλο βαθμό προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του Δικηγόρου έναντι των πάσης φύσεως συμφερόντων και εξουσιών και ιδίως των οικονομικών. Η παραπάνω απαγόρευση αποσκοπεί επίσης στην αποτροπή ελέγχου της πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη από μεγάλα κεφαλαιουχικά συμφέροντα, σε κρίσιμες κατηγορίας υποθέσεων που τα αφορούν και στην αποτροπή του κινδύνου δημιουργίας μονοπωλιακών ή ολιγοπωλιακών καταστάσεων σε μία μικρή «αγορά νομικών υπηρεσιών», όπως είναι η ελληνική, που θα νοθεύσει, άμεσα ή έμμεσα, τον ελεύθερο ανταγωνισμό. β). Τα παραπάνω ισχύουν, κατά μείζονα λόγο και σε πολλαπλάσιο βαθμό και για τις κεφαλαιουχικές πολυεπαγγελματικές εταιρείες.

Β.ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ:

α). Η απαγόρευση της μορφής αυτής αποσκοπεί στη διασφάλιση της απόλυτης και απερίσπαστης προσήλωσης του Δικηγόρου στα συμφέροντα του εντολέα του, στην αποτροπή σύγκρουσης συμφερόντων των εντολέων του Δικηγόρου με πελάτες άλλων τομέων της εταιρίας και στη διασφάλιση της αυστηρής τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, δηλ. άπτεται ζητημάτων που συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία τη Δικαιοσύνης. Για τους λόγους αυτούς το ΔΕΚ, δέχεται ότι η απαγόρευση της μορφής αυτής δεν αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο ( αποψ. της 19-2-2009, C-309/99 wouters στην οποία μάλιστα παραπέμπει και η αιτιολογική έκθεση του Ν. 3844/2010 σελ. 6).

β). Σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 α.ν. 3844/2010, τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα (όπως του Δικηγόρου), μπορεί να υπόκεινται σε περιορισμούς σε ότι αφορά την ίδρυση πολυεπαγγελματικών εταιρειών και παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση με Π. Δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού (Δικαιοσύνης εν προκειμένω) να καθορίζουν τις δραστηριότητες στις οποίες επιτρέπεται η μορφή αυτή.

γ). Συνεπώς, πρέπει με το υπό έκδοση ΠΔ να αποκλεισθεί η δημιουργία τέτοιας εταιρείας μεταξύ Δικηγόρων και άλλων επαγγελματιών και στις προπαρασκευαστικές εργασίες και τα έγγραφα που συνοδεύουν αυτά και, ει δυνατόν, στο σχετικό πρακτικό επεξεργασίας του ΣτΕ, να αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογoύν την απαγόρευση αυτή ειδικά σε ότι αφορά στην άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος.

Γ. ΔΙΑΤΟΠΙΚΕΣ / ΥΠΕΡΤΟΠΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ: Η τυχόν ίδρυση τέτοιων εταιριών, θα «καταλύσει» τα τοπικά όρια της άσκησης της δικηγορίας και τη μία και αποκλειστική έδρα, θα αποδυναμώσει τους τοπικούς Δικηγορικούς Συλλόγους και θα ανατρέψει, άλλως θα καταστήσει προβληματική την τοπική οργάνωση του Δικηγορικού Λειτουργήματος και θα οδηγήσει σε «υδροκεφαλισμό» των δικηγορικών υπηρεσιών, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Συνεπώς πρέπει να διατηρηθούν οι υφιστάμενες ρυθμίσεις του 81/2005 π. δ/γματος, για τους λόγους που αναφέρονται για την τοπική αρμοδιότητα και της μιας και αποκλειστικής επαγγελματικής έδρας ( κεφ. 1 του παρόντος) που αποτελούν και το θεμέλιο και της απαγόρευσης αυτής.

3. ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΟΡΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ

Α- Σκοπός των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων και των ειδικών διατάξεων που αφορούν την δικηγορική αμοιβή και τα γραμμάτια (τετραπλότυπα) προείσπραξης είναι:

α) Η διαφύλαξη του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος και η αποτροπή φαινομένων “κανιβαλιστικού ανταγωνισμού”.

β) Η αποτροπή άσκησης προδήλως αβάσιμων ή απαράδεκτων ή στρεψόδικων ή παρελκυστικών ένδικων βοηθημάτων και μέσων και, κατ” επέκταση, η χωρίς ουσιαστικό λόγο υπερφόρτωση των πινακίων των δικαστηρίων, η οποία και παρακωλύει την εύρυθμη, δίκαιη και ταχεία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι η δικαστική δαπάνη (στις αστικές υποθέσεις) καταλογίζεται στον ηττώμενο διάδικο με βάση τις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων. Συνεπώς οι σχετικές διατάξεις αποσκοπούν στην εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης αλλά και στην προστασία των διαδίκων, και ιδίως του “επιτιθεμένου”, αφού καθίσταται εκ των προτέρων γνωστό σ” αυτόν ποιες είναι οι συνέπειες μη ευδοκίμησης του ασκούμενου μέσου ή βοηθήματος.

γ) Η παρακράτηση φόρου, εισφορών, τελών κλπ στην πηγή και η άμεση εισροή εσόδων στον κρατικό προϋπολογισμό και στα ασφαλιστικά ταμεία. Τούτο διασφαλίζεται πρωτίστως με την προείσπραξη της δικηγορικής αμοιβής και την απόδοση από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο των εσόδων αυτών στους τελικούς αποδέκτες (Δημόσιο ταμείο, ασφαλιστικά ταμεία). Σημειωτέο και ότι η παρακράτηση φόρου στην πηγή ανέρχεται στο 40% περίπου (συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α) της αξίας της προεισπραττόμενης ελάχιστης δικηγορικής αμοιβής, που αποτελεί και την φορολογική βάση της προείσπραξης εσόδων. Με την έννοια αυτή, βάσιμα και ευπρόσωπα μπορεί να υποστηριχθεί, ιδίως για την προείσπραξη, ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 3844/2010 και της οδηγίας 2006/123, διότι η προείσπραξη αυτή εμπίπτει στον τομέα της φορολογίας (άρθρο 4 παρ 3 ν. 3844/2010 και άρθρο 2 παρ 3 της οδηγίας 2006/123)

δ) Η κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των δικηγορικών συλλόγων “αδαπάνως και αζημίως” για τον κρατικό προϋπολογισμό. Τυχόν κατάργηση του αντικειμενικού και αναλογικού υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής θα οδηγήσει σε μείωση ή απώλεια εσόδων και σε αύξηση των εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού ή σε απώλεια ή σε μείωση ή απώλεια της οικονομικής αυτοτέλειας των δικηγορικών συλλόγων ή θα επιφέρει πρόσθετο και δυσβάσταχτο βάρος στα χειμαζόμενα μέλη των δικηγορικών συλλόγων
Ειδικότερα:
i) Το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία θα απολέσουν σημαντικά έσοδα, των οποίων είναι διασφαλισμένη η είσπραξη τους
ii) Το Δημόσιο θα επιβαρυνθεί με την ανάληψη της υποχρέωσης κάλυψης των λειτουργικών δαπανών λειτουργίας των δικηγορικών συλλόγων ως ΝΠΔΔ οι οποίοι όμως έτσι θα απολέσουν και την οικονομική αυτονομία τους που αποτελούσε εγγύηση για της επιτέλεση του θεσμικού ρόλου τους, ή το βάρος αυτό θα μετακυληθεί στους δικηγόρους και κατ” επέκταση στους πολίτες σε περίοδο εποχής “οικονομικών πάγων”

ε) η μέριμνα για τη διασφάλιση ενός ελαχίστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης των δικηγόρων ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης και ιδίως των οικονομικά ασθενέστερων και των νεότερων καθώς και η προστασία του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος μέσω των διανεμητικών λογαριασμών των οικείων δικηγορικών συλλόγων οι οποίοι θα πληγούν ανεπανόρθωτα.

Προς διασφάλιση όμως της λυσιτέλειας επίκλησης των παραπάνω λόγων δημοσίου συμφέροντος πρέπει να αναμορφωθούν, εκσυγχρονισθούν και να επικαιροποιηθούν σύμφωνα με τις σημερινές συνθήκες οι σχετικές διατάξεις ώστε να καταστούν περισσότερο εύκαμπτες και λειτουργικές, να μην έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας και να μην αποτελούν εμπόδιο στην παροχή δικαστικής προστασίας.
Ειδικότερα (ενδεικτική η αναφορά):

i) Κατάργηση των παρωχημένων διατάξεων περί “….μεταλλικής δραχμής” !! και των περίπλοκων και υπερβολικά λεπτομερών τρόπων υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής.

ii) Οι διατάξεις του άρθρου 98 Κωδ. Δικηγ. πρέπει να λειτουργούν και προς την αντίστροφη κατεύθυνση (πάντοτε όμως με βάση τα κριτήρια του άρθρου αυτού) αλλά σε καμία περίπτωση ο δικαστικός προσδιορισμός του ύψους της δικηγορικής αμοιβής δεν πρέπει να είναι κατώτερος των ελαχίστων ορίων των τετραπλοτύπων γραμματίων προείσπραξης, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά.

iii) Προς αποφυγή δημιουργίας αδίκων και δυσμενών επιπτώσεων σε βάρος του ηττώμενου διαδίκου ή του αποδέκτη της δικηγορικής υπηρεσίας ίσως πρέπει να καθορισθεί και «οροφή» στο ύψος της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης με βάση την αναλογική δικηγορική αμοιβή (π.ρ.β.λ. ΣτΕ 3470/07 Ολ ΣτΕ 556, 404, 276/2008, 1901, 1733, 204/2009, 58, 59/2010 κ.α. για το αναλογικό παράβολο εφέσεως) και στο ύψος της αναλογικής δικηγορικής αμοιβής αντίστοιχα.

iv) Να καταργηθεί το άρθρο 169 ΚΠολΔ, άλλως να τεθεί ανώτατο όριο («οροφή») στο ύψος της εγγυοδοσίας και να περιορισθεί αποκλειστικά η εφαρμογή του μόνο στις περιπτώσεις άσκησης προδήλως αβάσιμων ή απαράδεκτων ή στρεψόδικων ή παρελκυστικών ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων με απόφαση του Δικαστηρίου και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ώστε να μην τίθεται ζήτημα παράβασης του άρθρου 20 παρ. 1 Συντ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (βλ. για το θέμα αυτό αναλυτικά Καράκωστα Ι «Το άρθρο 169 ΚΠολΔ και η ανάγκη αναθεώρησης του» σε Εφ. Α. Δ. 12, 2009 σελ. 1318 επ)

Τέλος πρέπει να επισημανθεί προς κάθε κατεύθυνση ότι τυχόν κατάργηση του αντικειμενικού και αναλογικού τρόπου προσδιορισμού της Δικηγορικής αμοιβής θα θέσει εν αμφιβόλω, τουλάχιστον από δικαιοπολιτική άποψη, και τον αντικειμενικό και αναλογικό τρόπο φορολόγησης της μεταβίβασης ακινήτων με βάση την αντικειμενική ή αγοραία αξία τους και θα εμφανίσει το Ελληνικό κράτος να αντιφάσκει προς εαυτόν. Και τούτο διότι ό, τι η Πολιτεία απαγορεύει στους Δικηγόρους και Συμβολαιογράφους με το πρόσχημα της διευκόλυνσης της οικονομικής ανάπτυξης και της επιβολής βάρους στους πολίτες-αποδέκτες των υπηρεσιών, το πράττει για λογαριασμό της, με τα ίδια αποτελέσματα που υποτίθεται ότι θέλει να άρει, και μάλιστα σε μείζονα και «δαψιλή» βαθμό.

4. Η ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΜΕ ΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ αρθρ. 63 παρ. 1,2,3, ΚΩΔ. ΔΙΚΗΓ.

Οι διατάξεις του αρθρου 63 παρ. 1,2,3 Κωδ. Δικηγ. αποσκοπούν στην διασφάλιση της απόλυτης και απερίσπαστης προσήλωσης του Δικηγόρου στα συμφέροντα του εντολέα του και στην αποτροπή σύγκρουσης συμφερόντων του εντολέα του Δικηγόρου με άλλους πελάτες του ίδιου, στα πλαίσια άλλης δραστηριότητας. Περαιτέρω οι ρυθμίσεις αυτές διασφαλίζουν την διαρκή και αποκλειστική προσήλωση του Δικηγόρου στις εξελίξεις της νομικής επιστήμης, στα πλαίσια του διεθνοποιημένου πλέον οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, τη μη πολυδιάσπασή του με δραστηριότητες άσχετες με το λειτούργημά του, και στην συνεχή και «αειφώρο» εμπέδωση των ηθικών αρχών και παραδόσεων του δικηγορικού λειτουργήματος και τον διαρκή εμπλουτισμό τους με «προστιθέμενη αξία».

Για τον λόγο αυτόν πρέπει με το Π.Δ που θα εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 26 παρ. 1 Ν. 3844/2010 (βλ και κεφ. 2 β, γ του παρόντος) να μην επιτραπεί η άσκηση “πολλαπλών δραστηριοτήτων” στους Δικηγόρους.

Τυχόν κατάργηση των απαιτήσεων του άρθρου 63 παρ 1,2,3, του Κωδ. Δικηγόρων, πέραν των άλλων, θα οδηγήσει και σε εκρηκτική αύξηση του δικηγορικού πληθωρισμού και σε αναβίωση (έστω και μεταλλαγμένη) του παρωχημένου θεσμού «των δικολάβων» . Και τούτο θα συμβεί γιατί πολλοί πτυχιούχοι της Παντείου ή των Οικονομικών και Πολιτικών τμημάτων της Νομικής που ασκούν ήδη το επάγγελμα του οικονομολόγου, λογιστή κλπ. θα μπορούν να κάνουν χρήση (η κατάχρηση) των δυνατοτήτων που τους παρέχονται από τις οδηγίες 2005/36 και 98/5 να γίνουν δικηγόροι μετά από βραχύχρονες νομικές σπουδές (1-2 έτη) και να ασκούν ταυτόχρονα και τις δύο δραστηριότητες, με όλα τα αρνητικά επακόλουθα που προαναφέρθηκαν.

5. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Σχετικά με το ζήτημα αυτό βλ. παρ. 4 κεφ. Δ της από 3-5-2010 ανακοίνωσης του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, με την πρόσθετη επισήμανση ότι με την Υ.Α. που θα εκδοθεί κατ’  εξουσιοδότηση του άρθρου 24 Ν. 3844/2010, μπορεί να εισαχθεί εξαίρεση από την υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου σε ότι αφορά τους Δικηγόρους για τους λόγους που αναφέρονται στην παραπάνω ανακοίνωση, (αρκεί βέβαια να ζητηθεί !!).