Προτάσεις Ολομέλειας ενόψει νόμου για έκδοση Διαταγής Πληρωμής από διοικητική σύμβαση

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ                                                                                                                                                                Αθήνα, 18.5.2015
Αρ. Πρωτ. 775
 
Προς
Τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας
και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
κ. Νίκο Παρασκευόπουλο 
Λεωφ. Μεσογείων 96
11527 Αθήνα

Κ Α Τ Ε Π Ε Ι Γ Ο Ν

Προτάσεις Δικηγορικού Σώματος

ενόψει  του Νόμου «ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΓΙΑ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΥΝΑΦΘΕΙ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ»

Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ,

Αναφορικά με το Σχέδιο Νόμου που προωθείτε στη Βουλή, με τίτλο «ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΓΙΑ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΥΝΑΦΘΕΙ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ», η επ’ αυτού θέση του δικηγορικού σώματος είναι η εξής:

1.- Με τις ΑΠ 369/2014, ΝοΒ 2014. 1658, 1825/2013. ΤΝΠ ΔΣΑ κ.ά. έχει κριθεί ότι είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής και αν ακόμη η σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει επί διαφοράς από διοικητική σύμβαση. Στην πράξη, εφ’ όσον ο ενδιαφερόμενος καταθέσει στον πολιτικό δικαστή τη σύμβαση, τα τιμολόγια και τα πρωτόκολλα παράδοσης-παραλαβής, η διαταγή πληρωμής εκδίδεται μέσα σε λίγες ημέρες.

Επομένως, το προωθούμενο Σχέδιο Νόμου δεν προσθέτει τίποτε στην ήδη ακολουθούμενη διαδικασία, την οποία μέχρι σήμερα εφαρμόζουν, με επιτυχία, τα κατά τόπους πολιτικά δικαστήρια (ειρηνοδικεία και πρωτοδικεία), ιδιαίτερα έμπειρα, ως γνωστόν, στην έκδοση διαταγών πληρωμής (σε αντίθεση με τα διοικητικά πρωτοδικεία, στα οποία ο θεσμός είναι παντελώς άγνωστος).

Σημειώνουμε επιπλέον ότι στη ρύθμιση, περιέργως, δεν περιλαμβάνονται αξιώσεις που προκύπτουν από συμβάσεις δημοσίων έργων (μόνον από προμήθειες και παροχή υπηρεσιών).

2.- Οι προϋποθέσεις, που θέτει το Σχέδιο Νόμου, ουσιαστικά ακυρώνουν πλήρως την ικανοποίηση του δικαιώματος του αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής, αφού απαιτούν να έχει ολοκληρωθεί ο προληπτικός έλεγχος της δαπάνης και, επίσης, να έχει αποβεί θετικός (βλ. νέο άρθρο 272Α).

Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι το νομοθέτημα αφορά στη – στατιστικώς ανύπαρκτη – περίπτωση όπου έχει εγκριθεί η δαπάνη και έχει ενταλματοποιηθεί, αλλά, παραδόξως … δεν πληρώνεται στον δικαιούχο, το οποίο ουδέποτε συμβαίνει (διότι, εάν η δαπάνη εγκριθεί, το Δημόσιο προχωρεί στην εξόφλησή της). Άλλωστε, στην πράξη, ο προληπτικός έλεγχος και η ενταλματοποίηση διενεργούνται όταν στο Δημόσιο υπάρχουν χρήματα.

Είναι δε προφανές ότι, εάν ο προληπτικός έλεγχος αποβεί αρνητικός, για λόγους που αφορούν παραλείψεις ή παρανομίες του Δημοσίου, πάλι διαταγή πληρωμής δεν θα εκδίδεται.

Πρόκειται, εμφανώς, για φενάκη δικαστικής προστασίας.

Επισημαίνουμε δε με έμφαση ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. εντελώς ενδεικτικά, ΔΕφΑθ 1684/2012, ΕλλΔνη 2012. 580, 481/2011, ΤΝΠ ΔΣΑ, 3128/2010, ΕλλΔνη 2011. 1674 κ.ά.), οι Πάρεδροι και οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τη διενέργεια του προληπτικού  ελέγχου των δαπανών του Κράτους, δεν μπορούν να ελέγχουν παρεμπιπτόντως, με την ευκαιρία του ελέγχου αυτού, τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων, οι οποίες και αν ακόμη δεν είναι σύννομες, παράγουν όλες τις έννομες συνέπειές τους και θεωρούνται έγκυρες, με αποτέλεσμα ο διοικητικός δικαστής να μην δεσμεύεται, αλλά να επιδικάζει στον ενάγοντα το αιτούμενο ποσό. Ωστόσο, στο Σχέδιο Νόμου, η θετική έκβαση του προληπτικού ελέγχου τίθεται, περιέργως, ως προϋπόθεση έκδοσης, από τον αρμόδιο δικαστή, της διαταγής πληρωμής!

3.- Κατά της προωθούμενης διαταγής πληρωμής στις διοικητικές συμβάσεις προβλέπεται η άσκηση ανακοπής (βλ. νέο άρθρο 272Η) και αίτησης αναστολής (βλ. νέο άρθρο 272Η παράγρ. 6 και 7, σε συνδ. με άρθρο 208 ΚΔΔ). Δηλαδή η διοικητική δικαιοσύνη επιβαρύνεται με – τουλάχιστον – τέσσερις (4) δίκες (της διαταγής πληρωμής, της αναστολής, της ανακοπής, της έφεσης επί της ανακοπής) ανά υπόθεση, όταν ο τεράστιος φόρτος των πρωτοβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων, η σώρευση των υποθέσεων σε αυτά και οι καθυστερήσεις εκδίκασής τους είναι ήδη γνωστά (και διεθνώς).

Παράλληλα, ο ορισμός δικασίμου στα διοικητικά πρωτοδικεία της Χώρας και, ιδιαίτερα, σε εκείνα της Αθήνας και του Πειραιά (εν προκειμένω για την εκδίκαση της ανακοπής), όπως επίσης είναι γνωστό, γίνεται μετά από πολλά έτη (ακόμη και μετά 7ετία), με προφανές αποτέλεσμα η δικαστική εκκαθάριση κάθε τέτοιας υπόθεσης να λιμνάζει στα δικαστήρια και να καθυστερεί επί χρόνια ολόκληρα.

4.- Οι συγκεκριμένες υποθέσεις εκδικάζονται σήμερα από τα κατά τόπους διοικητικά εφετεία (από διοικητικούς εφέτες δικαστές, που γνωρίζουν το αντικείμενο), στα οποία ο προσδιορισμός δικασίμου δεν καθυστερεί ιδιαίτερα, οι δε αποφάσεις τους (βλ. άρθρο 53 παράγρ. 4 εδάφ. β΄ Π.Δ. 18/1989) για απαιτήσεις μέχρι μεν του ποσού των 200.000 ευρώ είναι ελκ του νόμου αμετάκλητες, ενώ για απαιτήσεις μεγαλύτερες του ποσού αυτού οι αποφάσεις τους υπόκεινται μόνον σε αναίρεση, αλλά και αυτές είναι άμεσα εκτελεστές (βλ. άρθρα 7 παράγρ. 2 και 1 παράγρ. 2 περ. ι΄ Ν. 1406/1983, 6 παράγρ. 2 περ. α΄ και 199 ΚΔΔ).

Για άλλες διαδικασίες, όπου υπήρξε νομοθετική μέριμνα για ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, όπως π.χ. εκείνες των υποθέσεων πνευματικής ιδιοκτησίας, των ναυτικών διαφορών, των κοινοτικών σημάτων, των διαφορών των άρθρων 681Α επόμ. ΚΠολΔ, έχει απλώς δημιουργηθεί, στα ίδια δικαστήρια (πρωτοδικεία και εφετεία) Ειδικό Τμήμα, στο οποίο μετέχουν εξειδικευμένοι δικαστές που εκδικάζουν αποκλειστικά και μόνον τις υποθέσεις αυτές. Το ίδιο επιβάλλεται να επαναληφθεί και για την παραπάνω κατηγορία υποθέσεων, στο πλαίσιο των διοικητικών εφετείων της Χώρας.

Παραμένει, συνεπώς, εύλογο το ερώτημα σε τι άραγε εξυπηρετεί η εισαγωγή τέτοιας, κατ’ αποτέλεσμα ελαττωματικής και αναποτελεσματικής διαδικασίας, εάν βέβαια πραγματική πρόθεση της Πολιτείας δεν είναι η περαιτέρω ταλαιπωρία των απλήρωτων παρόχων του Δημοσίου και η δημιουργία νέων προσκομμάτων και καθυστερήσεων στην ικανοποίηση των νομίμων αξιώσεών τους, ιδίως σε περίοδο που αυτοί έχουν ήδη οικονομικά εξουθενωθεί ή και καταστραφεί, λόγω των γνωστών καθυστερήσεων στις πληρωμές του Δημοσίου.

Σας καλούμε, εν όψει των παραπάνω, να αποσύρετε άμεσα το προωθούμενο Σχέδιο Νόμου και, σε περίπτωση που πρόθεση της Κυβέρνησης είναι να προωθήσει στη Βουλή νόμο που πραγματικά να εισάγει αποτελεσματικότερη και ταχύτερη δικαστική προστασία, να προωθήσετε διάταξη για τη δημιουργία, απλώς, Ειδικών Τμημάτων στα κατά τόπους διοικητικά εφετεία, τα οποία θα εκδικάζουν, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, τις συγκεκριμένες υποθέσεις, εντός συντομωτάτων προθεσμιών. Επ’ αυτού, σας δηλώνουμε ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών είναι εκ προοιμίου διατεθειμένος να επικουρήσει, και από πλευράς του, κάθε τέτοια ουσιαστική προσπάθεια.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ Ε. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ