Σημείωμα προσθέτως παρεμβαινόντων Δικηγορικών Συλλόγων ενώπιον Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά Ευαγγ. Καλούση

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΩΝ

Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ», που εδρεύει στο Ηράκλειο, Δικαστικό Μέγαρο, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου κ. Βασίλη Λαμπρινό .

Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού Τσιμισκή, αρ. 103 και Βύρωνος, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Νικόλαο Βαλεργάκη.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ» που εδρεύει στη Καλαμάτα, επί της οδού Ψαρών αρ. 13, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Κωνσταντίνο Μαργέλη.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΛΑΡΙΣΑΣ», που εδρεύει στη Λάρισα , επί των οδών  Πατρόκλου γωνία και Δευκαλίωνος 18,νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Δημήτριο Γ. Κατσαρό.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΤΡΩΝ», που εδρεύει στο κτήριο του Δικαστικού Μεγάρου Πατρών, επί της οδού Γούναρη αρ. 30, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Νικόλαο Παπάκο.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΡΟΔΟΠΗΣ», που εδρεύει στην Κομοτηνή, επί της οδού Χαριλάου Τρικούπη αρ. 32, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Γεώργιο Κυμπαρίδη.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΒΟΛΟΥ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο Βόλου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Αναστάσιο Βολιώτη.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ» που εδρεύει στο Ναύπλιο, (Πλατεία Δικαστικού Μεγάρου), νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Θεόδωρο Καζά.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο Τρίπολης, επί της Πλατείας Άρεως, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Δημήτριο Κωστόγιαννη.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο στην Αλεξανδρούπολη, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Κωνσταντίνο Ντίνα.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΡΑΜΑΣ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο στην Δράμα, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Θεόφιλο Ξανθόπουλο.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΑΒΑΛΑΣ» που εδρεύει επί της οδού Παύλου Μελά αρ. 5 στην Καβάλα, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Αθανάσιο Αθανασίου.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΞΑΝΘΗΣ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο στην Ξάνθη, νομίμως εκπροσωπουμένου από την Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Κυριακή Κιούση-Σιούτη.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο στην Ορεστιάδα, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Χρήστο Καπετανίδη.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο στην Ηγουμενίτσα, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Κωνσταντίνο Σιντόρη.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΙΓΙΟΥ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο Αιγίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Παναγιώτη Θεοφανόπουλο.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο Κορίνθου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Παναγιώτη Νικολόπουλο.
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΕΡΡΩΝ» που εδρεύει στο Δικαστικό Μέγαρο Σερρών, επί της οδού Μεραρχίας αρ. 53 , νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Πασχάλη Αγγελίδη.
ΥΠΕΡ
Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Ακαδημίας, αρ. 60, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Ιωάννη Αδαμόπουλο.
ΚΑΤΑ
Του Ευάγγελου Καλούση του Αλεξάνδρου, κατοίκου Αθηνών, επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, αρ. 131.

____________________

Συζητήθηκε την 16-7-2012 ενώπιον του Δικαστηρίου Σας η από 10-7-2012 υπ΄ αριθμ. κατάθ. δικογρ. 11463/11-7-2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του υπέρ ου οι υπό κρίση πρόσθετες παρεμβάσεις μας Ν.Π.Δ.Δ. κατά του καθ’ ου, Ευάγγελου Καλούση, οι οποίες, ως νόμιμες, βάσιμες και αληθινές για όσους λόγους αναγράφονται σε αυτές, στους οποίους και πάλι αναφερόμαστε, πρέπει και ζητούμε να γίνουν δεκτές.
Σημειώνεται ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Ηρακλείου, Θεσσαλονίκης, Καλαμάτας, Λάρισας, Πάτρας και Ροδόπης, παρενέβησαν στην υπό κρίση εκκρεμή δίκη, καταθέτοντας αυτοτελή δικόγραφα με αριθμ. κατάθ. 11578/12-7-2012, 11561/12-7-2012, 11562/12-7-2012, 11577/12-7-2012, 11576/12-7-2012 και 11579/12-7-2012 (Σχ. 21α-21στ), αντίγραφα των οποίων επιδόθηκαν νόμιμα στον αντίδικο την 12-7-2012, όπως προκύπτει και από τις υπ’ αριθμ. 5123Β/2012, 5124Β/2012, 5121Β/2012, 5122Β/2012, 5126Β/2012 και 5125Β/2012 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Χρ. Παναγόπουλου (Σχ. 20α-20στ).
Επιπρόσθετα, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου Σας προφορική διαδικασία, άσκησαν προφορικά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αιτούντος και κατά του καθ’ ου η αίτηση οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Βόλου, Τριπόλεως, Ναυπλίου, Αλεξανδρούπολης, Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης, Ορεστιάδας, Αιγίου, Κορίνθου και Σερρών.
Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες Δικηγορικοί Σύλλογοι λειτουργούν ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και μέλη τους αποτελούν οι εγγεγραμμένοι στα μητρώα τους Δικηγόροι.
Μάλιστα, πλέον – σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 3056/1954, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, σχετικά με την κατάργηση των γεωγραφικών περιορισμών αναφορικά με την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος – τα μέλη των κατά τόπους Δικηγορικών Συλλόγων, δύνανται πλέον να παρίστανται και ενώπιον των Δικαστηρίων άλλων πόλεων της χώρας, εκπροσωπώντας τους εντολείς τους και παρέχοντας σε αυτούς νομικές συμβουλές και εν γένει υπηρεσίες – δικαστικές και εξώδικες. Η σχετική διάταξη προβλέπει πλέον επί λέξει τα εξής: «Ο δικηγόρος, τόσο όταν ασκεί ατομικά τη δικηγορία όσο και όταν είναι μέλος δικηγορικής εταιρείας, έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου του οποίου είναι μέλος, καθώς και σε περιφέρειες άλλων δικηγορικών συλλόγων.».
Παράλληλα, οι προϋποθέσεις εισόδου στο δικηγορικό σώμα καθορίζονται επακριβώς από τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, απηχώντας θεμελιώδεις αξιολογήσεις του ιστορικού νομοθέτη αναφορικά με την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) «ο Δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος, διοριζόμενος διά Β.Δ/τος και υπαγόμενος εις πειθαρχικήν εξουσίαν ασκουμένην κατά τας διατάξεις του παρόντος. Προ πάσης ασκήσεως των καθηκόντων του ο Δικηγόρος υποχρεούται να δώση τον όρκον της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να εγγραφή εις το μητρώον του Δικηγορικού Συλλόγου, μεθ’ ην εγγραφήν τελειούται ο διορισμός.». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 3 του ίδιου νομοθετήματος αναφέρεται ότι «Το λειτούργημα του Δικηγόρου δύναται ν’ ασκή μόνον ο εγγεγραμμένος εις το μητρώον ενός των εν τω Κράτει Δικηγορικών Συλλόγων κατά τα ειδικώτερον περί της τοιαύτης εγγραφής εν άρθρ. 195 επομ. οριζόμενα. Αντιποίησιν ασκήσεως της Δικηγορίας τιμωρουμένην κατά τους όρους του άρθρ. 175 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικος αποτελεί επίσης και η επίκλησις ή η οιαδήποτε χρήσις του τίτλου ή της ιδιότητος του Δικηγόρου υπό προσώπων, μη κεκτημένων τούτον, κατά τα εν εδαφ. 1  οριζόμενα.».
Εντελώς εισαγωγικά, προς πλήρη αντίκρουση του καθ’ ου οι παρεμβάσεις μας, όπως αυτός διατυπώθηκε κατά την ενώπιόν Σας εξέτασή του, ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο του παρέχει δήθεν τη δυνατότητα να δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο χώρο της παροχής νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων προς εντολείς, επισημαίνουμε την ισχύουσα μέχρι και σήμερα διάταξη του άρθρου 39 παράγρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος των Δικηγόρων», σύμφωνα με την οποία το έργο της παροχής νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που ανατίθενται αποκλειστικά και μόνο σε δικηγόρους. Ειδικότερα, το κείμενο της σχετικής διάταξης έχει ως εξής: «Έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι’ αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις. Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο.». (Έτσι ρητά και η ΑΠ 328/2001, ΕλΔνη 42, 1294=ΤΝΠ ΔΣΑ).
Περαιτέρω, επιβάλλεται να τονιστεί πως οι διατάξεις του ν. 3919/2011 ουδεμία αλλαγή επέφεραν ως προς τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις απόκτησης της δικηγορικής ιδιότητας και άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, πέραν από την κατάργηση των μέχρι τότε ισχυόντων γεωγραφικών περιορισμών αναφορικά με την άσκηση δικηγορίας και την πρόβλεψη των λεγόμενων νόμιμων αμοιβών και, κατά συνέπεια, το ως άνω νομοθετικό καθεστώς εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ. Αυτό, άλλωστε προκύπτει και από την ανάγνωση της Αιτιολογικής Έκθεσης του νόμου, στην οποία αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «Τέλος, σε εκείνες που έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα, γιατί περιορίζουν δραστικά τον ανταγωνισμό και αφορούν επαγγέλματα στα οποία απασχολείται σχετικά μεγάλος αριθμός ατόμων. (…) Στην τελευταία κατηγορία περιλαμβάνονται οι περιορισμοί που αφορούν κυρίως: (…) β) Τους Δικηγόρους, διότι, μεταξύ άλλων, το Κράτος ορίζει τις υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές των δικαστικών παραστάσεων και των εξωδικαστικών νομικών υπηρεσιών και εγγυάται την προείσπραξη των σχετικών αμοιβών ενώ ταυτόχρονα διατηρεί γεωγραφικούς περιορισμούς στην άσκηση του επαγγέλματος, που εμποδίζουν τον ανταγωνισμό.». Από την υιοθετούμενη διατύπωση προκύπτει, άνευ ετέρου, ότι οι επιδιωκόμενες από το νομοθέτη μεταρρυθμίσεις αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τα ως άνω ρητά αναφερόμενα ζητήματα και δεν εκτείνονται στο ζήτημα των δικαιούμενων να παρέχουν έναντι αμοιβής νομικές υπηρεσίες, διατηρώντας ως προς αυτό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, κατά πλήρη αντιδιαστολή προς όσα επιχειρεί να παρουσιάσει ο αντίδικος ερμηνεύοντας δήθεν το νόμο και επιθυμώντας στην πραγματικότητα να παρελκύσει τη διαδικασία.
Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 88 του προοιμίου της οδηγίας 123/2006/ΕΚ, η παροχή νομικών υπηρεσιών εξαιρείται ρητά του πεδίου εφαρμογής αυτής καθώς επί λέξει αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, σε ένα κράτος μέλος μία δραστηριότητα επιφυλάσσεται σε συγκεκριμένο επάγγελμα, όπως συμβαίνει, π.χ., με την απαίτηση που ορίζει ότι οι νομικές συμβουλές παρέχονται αποκλειστικά από δικηγόρους.».
Από το σύνολο της ισχύουσας νομοθεσίας του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως αυτή αναλυτικά εκτίθεται στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και στο σημείωμα του υπέρ ου οι παρεμβάσεις μας, προκύπτει αβίαστα πως ο καθ’ ου δεν δύναται να ασκεί το δικηγορικό λειτούργημα και να μετέρχεται εν γένει δικηγορικής ύλης καθώς δεν είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα Δικηγορικού Συλλόγου της περιοχής όπου δραστηριοποιείται ούτε όμως και αντίστοιχα κάποιου άλλου Δικηγορικού Συλλόγου της χώρας και δεν έχει ακολουθήσει τις προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις εισόδου στον κλάδο και άσκησης του λειτουργήματος.
Περαιτέρω, επί της ουσίας της υπό κρίση υπόθεσης και προς αντίκρουση των ισχυρισμών και των ενστάσεων του καθ’ ού η αίτηση και οι παρεμβάσεις μας, παραπέμπουμε στο από 19.7.2012 ΣΗΜΕΙΩΜΑ του αιτούντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ, το οποίο έχει επί λέξει ως εξής:

«ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Ακαδημίας, αρ. 60, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, Ιωάννη Αδαμόπουλο.
ΚΑΤΑ
Του Ευάγγελου Καλούση του Αλεξάνδρου, κατοίκου Αθηνών, επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, αρ. 131.

____________________

Συζητήθηκε την 16-7-2012,  ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, η από 10-7-2012 (αριθμ. κατάθ. 11463/11-7-2012) αίτησή μας κατά του αντιδίκου, η οποία, ως νόμιμη, βάσιμη και αληθινή για όσους λόγους αναγράφονται σε αυτή, στους οποίους και πάλι αναφερόμαστε, πρέπει και ζητούμε να γίνει δεκτή.
Η υπό κρίση αίτησή μας (Σχ. 1) νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αντίδικο, όπως αποδεικνύεται από την με επίκληση προσαγόμενη υπ’ αριθμ. 5119Β/11 Ιουλίου 2012 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Χρ. Παναγόπουλου (Σχ. 2).
1. Όπως και στην κρινόμενη αίτησή μας ιστορείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 199 (περίπτ. δ’) του Κώδικα περί Δικηγόρων η μέριμνα των δικηγορικών συλλόγων εκτείνεται και «περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου […] ως επαγγελματικήν τάξιν […]». Ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και λειτουργεί από το έτος 1908 με την ψήφιση του Ν. ΓΤΙΖ’/27.12.1908 (Ν. 3317/1908) «Περί Δικηγορικών Συλλόγων». Μέλη του αποτελούν οι εγγεγραμμένοι στις τάξεις του Δικηγόροι του Πρωτοδικείου Αθηνών, διά των οποίων παρέχονται έναντι αμοιβής στους πολίτες νομικές, δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες.
2. Παράλληλα, οι προϋποθέσεις εισόδου στο δικηγορικό σώμα καθορίζονται επακριβώς από τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, απηχώντας θεμελιώδεις αξιολογήσεις του ιστορικού νομοθέτη αναφορικά με την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) «ο Δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος, διοριζόμενος διά Β.Δ/τος και υπαγόμενος εις πειθαρχικήν εξουσίαν ασκουμένην κατά τας διατάξεις του παρόντος. Προ πάσης ασκήσεως των καθηκόντων του ο Δικηγόρος υποχρεούται να δώση τον όρκον της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να εγγραφή εις το μητρώον του Δικηγορικού Συλλόγου, μεθ’ ην εγγραφήν τελειούται ο διορισμός.». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 3 του ίδιου νομοθετήματος αναφέρεται ότι «Το λειτούργημα του Δικηγόρου δύναται ν’ ασκή μόνον ο εγγεγραμμένος εις το μητρώον ενός των εν τω Κράτει Δικηγορικών Συλλόγων κατά τα ειδικώτερον περί της τοιαύτης εγγραφής εν άρθρ. 195 επομ. οριζόμενα. Αντιποίησιν ασκήσεως της Δικηγορίας τιμωρουμένην κατά τους όρους του άρθρ. 175 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικος αποτελεί επίσης και η επίκλησις ή η οιαδήποτε χρήσις του τίτλου ή της ιδιότητος του Δικηγόρου υπό προσώπων, μη κεκτημένων τούτον, κατά τα εν εδαφ. 1  οριζόμενα. (βλ. ΑΠ 474/2003, ΠΟΙΝΛΟΓ 2003, 522).
Παράλληλα, κατά το άρθρο 27 του Κώδικα περί Δικηγόρων, «Το δικαίωμα προς άσκησιν του Δικηγορικού λειτουργήματος άρχεται από της εγγραφής εν τω μητρώω του Συλλόγου και απόλλυται διά της εκπτώσεως ή παραιτήσεως ή εν γένει αποχωρήσεως και ασχέτως της εκδόσεως του β.δ/τος και της κατά άρθρα 29, 32 και 33 διαγραφής αυτού εκ του μητρώου.». Για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας δεν αρκεί η έκδοση αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης περί διορισμού του επιτυχόντος και η ορκωμοσία του διορισθέντος, αλλά απαιτείται περαιτέρω και η εγγραφή αυτού στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου, οπότε και ολοκληρώνεται ο διορισμός του. (βλ ΣτΕ 1472/2009).
ΕΠΙ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥ
Εντελώς εισαγωγικά, προς πλήρη αντίκρουση του ισχυρισμού του αντιδίκου, όπως αυτός διατυπώθηκε κατά την ενώπιόν Σας εξέτασή του, ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο του παρέχει δήθεν τη δυνατότητα να δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο χώρο της παροχής νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων προς εντολείς, επισημαίνουμε την ισχύουσα μέχρι και σήμερα διάταξη του άρθρου 39 παράγρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος των Δικηγόρων», σύμφωνα με την οποία το έργο της παροχής νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που ανατίθενται αποκλειστικά και μόνο σε δικηγόρους. Ειδικότερα, το κείμενο της σχετικής διάταξης έχει ως εξής: «Έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι’ αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις. Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο.». Αυτές ακριβώς οι παραδοχές υιοθετούνται και από τη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας. Ενδεικτικά παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα: «[…] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 39 παρ. 1 και 3, 40 παρ. 1, 91, 92 και 166 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14 και 15 Ν. 1366/1983, των άρθρων 33 παρ. 1 και 3 και 53 στοιχ. γ του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (Ν. 4125/1960), όπως ίσχυσε έως τη δημοσίευση και έναρξη ισχύος στις 3-10-1986 του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 1649/1986, που τον τροποποίησε, και των άρθρων 174, 181 και 681 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων και, γενικότερα, ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, ενεργώντας κάθε αναγκαία πράξη γι’ αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις. Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο. Άρα είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων.» (ΑΠ 328/2001, ΕλΔνη 42, 1294=ΤΝΠ ΔΣΑ).
α) Σε σχέση με την οδηγία 123/2006/ΕΚ.
3.1 Από την ενώπιόν Σας διαδικασία, προέκυψε ότι ο καθ’ ού η ένδικη αίτηση επιχειρεί ανεπιτυχώς να ανεύρει θεμέλιο της παράνομης δραστηριότητάς του στη στρεβλή ερμηνεία των ενωσιακών ελευθεριών εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, η απέλπιδα αυτή προσπάθειά του εγγράφεται αναμφίβολα στην ίδια απαράδεκτη λογική σύγχυσης γλωσσικών σχημάτων και νομικών όρων, σύμφωνα με την οποία η «απελευθέρωση» του δικηγορικού επαγγέλματος νοείται: (α) ως απάλειψη των νομοθετικών προϋποθέσεων κτήσης της δικηγορικής ιδιότητας και (β) ως δυνατότητα παροχής νομικών υπηρεσιών στην ελληνική επικράτεια από πρόσωπα που δεν φέρουν τη δικηγορική ιδιότητα.
Όσο αβάσιμη είναι λοιπόν η ανωτέρω εξομοίωση, σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου Σας αλλά και πρόκειται να εκτεθούν παρακάτω, τόσο πρόδηλα και εξόφθαλμα εσφαλμένη είναι και η επιστήριξη των ισχυρισμών του καθ’ ού στις ελευθερίες των ιδρυτικών Συνθηκών και του παράγωγου δικαίου της Ένωσης.
3.2 Πρώτον και κυριότερο, γιατί θεμελιωτικό στοιχείο των ενωσιακών ελευθεριών είναι η διασυνοριακότητα της κρινόμενης έννομης σχέσης, δηλαδή η επίκληση στοιχείου αλλοδαπότητας τέτοιου που να καθιστά το κρινόμενο  μέσο περιοριστικό της ενιαίας εσωτερικής αγοράς (βλ. ενδεικτικά ΔΕΕ, 28.01.1992, Ministerio Fiscal v. Lopez Brea, C-330,331/1990). Αντιθέτως, η επίκληση της ελευθερίας δεν νοείται-αλλά και στερείται ενωσιακού ενδιαφέροντος-σε αμιγώς εσωτερική κατάσταση, όταν δηλαδή όλα τα στοιχεία της επίμαχης σχέσης ανάγονται στην εθνική έννομη τάξη.
Ως εκ τούτου:
• Είναι εννοιολογικά ασύμβατη με την ενωσιακή ελευθερία της εγκατάστασης η επίκλησή της από υπήκοο του Κράτους-Μέλους της εγκατάστασης, όταν δεν υπάρχει στοιχείο αλλοδαπότητας (π.χ. κτήση επαγγελματικού προσόντος σε άλλο Κράτος-Μέλος).
• Είναι εννοιολογικά ασύμβατη με την ενωσιακή ελευθερία της παροχής υπηρεσιών η επίκλησή της από πρόσωπο εγκατεστημένο στο ίδιο Κράτος-Μέλος με τον αποδέκτη της υπηρεσίας.
3.3 Όπως είναι προφανές, στην επίδικη σχέση ελλείπει παντελώς τέτοιο στοιχείο αλλοδαπότητας, δηλαδή η υπόθεση είναι αμιγώς εθνική, χωρίς κανένα διασυνοριακό ενδιαφέρον. Προκύπτει επομένως, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, ότι η επίκληση ενωσιακής ελευθερίας από νομικό μόρφωμα της ελληνικής έννομης τάξης (ανεξαρτήτως της νομιμότητας λειτουργίας του, την οποίαν κατηγορηματικά αρνούμαστε), «εγκατεστημένο» στην ελληνική επικράτεια και παρέχοντος «υπηρεσίες» στην ελληνική αγορά είναι όλως αλυσιτελής, δεδομένου ότι:
• Αναφορικά με την ελευθερία εγκατάστασης, η Ελλάδα είναι το Κράτος-Μέλος της έννομης τάξης του μορφώματος αλλά και η επικράτεια της εγκατάστασης.
•  Αναφορικά με την ελευθερία παροχής της υπηρεσίας, η Ελλάδα
είναι το Κράτος-Μέλος της έννομης τάξης του μορφώματος αλλά
και του δυνητικού αποδέκτη της «υπηρεσίας».
3.4 Ως εκ τούτου, η έλλειψη διασυνοριακού ενδιαφέροντος της σχέσης για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς αποκλείει άνευ ετέρου την επίκληση της ενωσιακής ελευθερίας ως θεμελιωτικής βάσης των παράλογων ισχυρισμών του αντιδίκου.
3.5 Περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση, ακόμη δηλαδή κι αν το Δικαστήριό Σας ήθελε παρ’ ελπίδα κρίνει ότι οι ενωσιακές ελευθερίες βρίσκουν έδαφος εφαρμογής και σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις, αλλά και προκειμένου να αποφευχθεί και η παραμικρή αιτίαση ότι το δίκαιο της Ένωσης περιέχει οποιαδήποτε αξιολόγηση ευνοϊκή για τον αντίδικο, πρέπει να λεχθεί ότι η επίκληση των ενωσιακών ελευθεριών στην ένδικη σχέση είναι παντελώς απρόσφορη και αλυσιτελής για να προσδώσει νομιμότητα στο μόρφωμα που έχει παρανόμως συστήσει ο αντίδικος. Και τούτο, για τους εξής ειδικότερους λόγους:
• Πρώτον, γιατί οι προμνησθείσες ενωσιακές ελευθερίες εξειδικεύονται από το παράγωγο ενωσιακό δίκαιο, κατά τρόπο τέτοιο ώστε τα Κράτη-Μέλη να μην αποστερούνται πλήρως από τη ρυθμιστική αρμοδιότητά τους αναφορικά με τις προϋποθέσεις πρόσβασης (αδειοδότηση) στην άσκηση μιας ορισμένης δραστηριότητας. Αντιθέτως, απλή ανάγνωση των σχετικών διατάξεων παράγωγου ενωσιακού δικαίου οδηγεί αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι στα Κράτη-Μέλη έχει επιφυλαχθεί σαφής εξουσία θέσπισης περιορισμών-συμβατών με την αρχή της αναλογικότητας-που υπηρετούν το γενικό δημόσιο συμφέρον, την ιδιαίτερη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας και την προστασία των αποδεκτών της.
• Δεύτερον και σημαντικότερο, γιατί το παράγωγο ενωσιακό δίκαιο που επικαλείται ο αντίδικος, δηλαδή η Οδηγία 123/2006 ΕΚ και ο εθνικός νόμος 2844/2010 που τη μεταγράφει στην ελληνική έννομη τάξη δεν εφαρμόζονται καν στην ένδικη σχέση, δεδομένου ότι ρητά εξαιρούν την παροχή νομικών υπηρεσιών από το πεδίο εφαρμογής τους.
3.6 Πράγματι, η επίκληση της οδηγίας 123/2006/ΕΚ ως δήθεν θεμελίου νόμιμης άσκησης δραστηριότητας παροχής νομικών υπηρεσιών από πρόσωπο το οποίο δεν κατέχει τη δικηγορική ιδιότητα είναι ψευδής και παραπλανητική (σελ. 7 του δικογράφου):
Οι αρχές της οδ. 123/2006/ΕΚ, οι οποίες αποσκοπούν στη διευκόλυνση της παροχής υπηρεσιών σε περισσότερα του ενός Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης , από πρόσωπα τα οποία πληρούν τις εκάστοτε ισχύουσες προϋποθέσεις, διέπουν ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, όπως, μεταξύ άλλων, τις «υπηρεσίες νομικών … συμβούλων» (βλ. προοίμ. σημ. 33), εξαιρούμενης, ωστόσο, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών  «σε ζητήματα που διέπονται από την οδηγία 77/249/ΕΟΚ … περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους» (άρθρο 17 παρ. 4).
Την πρόβλεψη αυτή επαναλαμβάνει το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 3844/2010 (Α’ 63), με το οποίο ενσωματώθηκαν οι σχετικές διατάξεις στην ελληνική έννομη τάξη.
Συνεπώς, η παροχή υπηρεσιών νομικού συμβούλου διέπεται υποχρεωτικά από τις διατάξεις της οδ. 77/249/ΕΟΚ (π.δ. 258/1987 Α΄125). Οι εν λόγω διατάξεις, αφ’ ενός θέτουν ως προϋπόθεση παροχής των συναφών νομικών υπηρεσιών την κατοχή της δικηγορικής ιδιότητας σε Κράτος μέλος της Ε.Ε. , αφ’ ετέρου επιβάλλουν, κατά την παροχή υπηρεσιών δικηγόρου, τον σεβασμό των επαγγελματικών κανόνων που ισχύουν στο Κράτος μέλος εντός του οποίου αυτές θα παρασχεθούν   και, σε περίπτωση παραβάσεως αυτών των κανόνων, την επιβολή κυρώσεων σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους αυτού  .
Εν όψει των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα ότι οι επικληθείσες από τον καθ΄ου διατάξεις ουδόλως απαλλάσσουν τον «ιδρυτή – διευθυντή» του εν λόγω εταιρικού μορφώματος από την υποχρέωση τήρησης των κανόνων που διέπουν την παροχή υπηρεσιών δικηγόρου στην Ελλάδα, περαιτέρω δε θα προϋπέθεταν την εκ μέρους του καθ’ ου κτήση της δικηγορικής ιδιότητας σε ένα τουλάχιστον Κράτος μέλος της Ε.Ε., προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Άλλωστε, σύμφωνα με το σημείο 88 του προοιμίου της οδηγίας 123/2006/ΕΚ, η παροχή νομικών υπηρεσιών εξαιρείται ρητά του πεδίου εφαρμογής αυτής καθώς επί λέξει αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, σε ένα κράτος μέλος μία δραστηριότητα επιφυλάσσεται σε συγκεκριμένο επάγγελμα, όπως συμβαίνει, π.χ., με την απαίτηση που ορίζει ότι οι νομικές συμβουλές παρέχονται αποκλειστικά από δικηγόρους.».
3.7 Όλα ανεξαιρέτως τα παραπάνω πείθουν γι’αυτό που έχουμε με έμφαση τονίσει, ότι δηλαδή οι προϋποθέσεις κτήσης της δικηγορικής ιδιότητας αλλά και η αναπόσπαστη σύνδεση της ιδιότητας αυτής με την παροχή νομικών υπηρεσιών είναι απολύτως συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο. Και τούτο, γιατί:
• Ειδικά η παροχή νομικών υπηρεσιών ρυθμίζεται από παράγωγο ενωσιακό δίκαιο άλλο και ειδικότερο από αυτό που επικαλείται ο αντίδικος.
• Το ενωσιακό δίκαιο δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση με την οποία να επιφυλάσσεται η παροχή νομικών υπηρεσιών μόνο σε πρόσωπα που έχουν τη δικηγορική ιδιότητα.
• Σε κάθε περίπτωση, οι ελευθερίες εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών, ακόμη κι αν υποτεθούν εφαρμοστέες στην επίδικη σχέση, επουδενί λόγω απαγορεύουν θεμιτούς εθνικούς περιορισμούς στην πρόσβαση στη δραστηριότητα (προϋποθέσεις αδειοδότησης), ειδικά όταν οι περιορισμοί αυτοί έχουν τεθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος που σχετίζονται με τη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης, δηλαδή τον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν ο αντίδικος αμφισβητούσε την ενωσιακότητα του εθνικού μέτρου που απαγορεύει την από μέρους του ανάκτηση της δικηγορικής ιδιότητας, πράγμα που δεν έπραξε ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, θα έπρεπε αναμφίβολα να διαγνωστεί ότι ο εθνικός αυτός περιορισμός, ενόψει της συνάρτησής του με τα βαρύτατα ποινικά και πειθαρχικά αδικήματα που αυτός διέπραξε ως δικαστικός λειτουργός, είναι απολύτως συμβατός με την ενωσιακή αρχή της αναλογικότητας και την ιδιαίτερη φύση της παροχής νομικών υπηρεσιών.
3.8 Πρέπει επομένως οι αντίθετοι ισχυρισμοί του αντιδίκου, οι οποίοι-ούτε λίγο ούτε πολύ-ερμηνεύουν τις ενωσιακές ελευθερίες, δηλαδή το θεμέλιο της εσωτερικής αγοράς, ως βάση αναρχίας και αυτορρύθμισης της Δικαιοσύνης, να απορριφθούν συλλήβδην ως αβάσιμοι και εξόχως παραπλανητικοί.
β) Σε σχέση με το νόμο 3919/2011.
4. Περαιτέρω, επιβάλλεται να τονιστεί πως οι διατάξεις του ν. 3919/2011 ουδεμία αλλαγή επέφεραν ως προς τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις απόκτησης της δικηγορικής ιδιότητας και άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, πέραν από την κατάργηση των μέχρι τότε ισχυόντων γεωγραφικών περιορισμών αναφορικά με την άσκηση δικηγορίας και την πρόβλεψη των λεγόμενων νόμιμων αμοιβών και, κατά συνέπεια, το ως άνω νομοθετικό καθεστώς εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ. Αυτό, άλλωστε προκύπτει και από την ανάγνωση της Αιτιολογικής Έκθεσης του νόμου, στην οποία αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «Τέλος, σε εκείνες που έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα, γιατί περιορίζουν δραστικά τον ανταγωνισμό και αφορούν επαγγέλματα στα οποία απασχολείται σχετικά μεγάλος αριθμός ατόμων. (…) Στην τελευταία κατηγορία περιλαμβάνονται οι περιορισμοί που αφορούν κυρίως: (…) β) Τους Δικηγόρους, διότι, μεταξύ άλλων, το Κράτος ορίζει τις υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές των δικαστικών παραστάσεων και των εξωδικαστικών νομικών υπηρεσιών και εγγυάται την προείσπραξη των σχετικών αμοιβών ενώ ταυτόχρονα διατηρεί γεωγραφικούς περιορισμούς στην άσκηση του επαγγέλματος, που εμποδίζουν τον ανταγωνισμό.». Από την υιοθετούμενη διατύπωση προκύπτει, άνευ ετέρου, ότι οι επιδιωκόμενες από το νομοθέτη μεταρρυθμίσεις αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τα ως άνω ρητά αναφερόμενα ζητήματα και δεν εκτείνονται στο ζήτημα των δικαιούμενων να παρέχουν έναντι αμοιβής νομικές υπηρεσίες, διατηρώντας ως προς αυτό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, κατά πλήρη αντιδιαστολή προς όσα επιχειρεί να παρουσιάσει ο αντίδικος ερμηνεύοντας δήθεν το νόμο και επιθυμώντας στην πραγματικότητα να παρελκύσει τη διαδικασία.

ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Επί της ουσίας της ενώπιόν Σας υπόθεσης: Ο καθ’ ου η υπό κρίση αίτηση – έπειτα από το πέρας της προβλεπόμενης από το νόμο άσκησής του – διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ’ αριθμ. 978/7-2-1983 π.δ. (ΦΕΚ 49/1983) και γράφτηκε στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την 25-2-1983 με Α.Μ. 24227 (παλαιό). Στη συνέχεια, διορίστηκε Πάρεδρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών με το από 11-1-1985 προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 8/16-1-1985), ορκίστηκε δε την 24-1-1985, ημερομηνία κατά την οποία και διεγράφη από τα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, όπως προκύπτει από την από 4-7-2012 βεβαίωση του Γενικού Διευθυντή του ΔΣΑ Χαράλαμπου Ναούμη (Σχ. 3) αλλά και από το από 4-7-2012 πιστοποιητικό του ΔΣΑ (Σχ. 4), τα οποία με επίκληση προσάγουμε και επικαλούμεθα. Άλλωστε, και ο ίδιος συνομολογεί ότι δεν έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, ενώ περαιτέρω ισχυρίζεται ότι τάχα μπορεί να μετέχει δικηγορικής ή άλλης εταιρίας παροχής νομικών υπηρεσιών, παρά την απαγόρευση του άρθρου  2 του π.δ. 81/2005 (απαγόρευση συμμετοχής μη δικηγόρου).
Κατείχε, μάλιστα, μέχρι και την 16-6-2005 την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού την οποία, ωστόσο, απώλεσε κατόπιν της με την ίδια ημερομηνία ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου εξαιτίας της καταδίκης του για πλήθος ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων, όλων σχετικών με την άσκηση των καθηκόντων του.
Πέραν της εις βάρος του πειθαρχικής απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ο καθ’ ου καταδικάσθηκε, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, από το Εφετείο Αθηνών (Κακουργημάτων) σε πολυετή κάθειρξη, επίσης, για σοβαρότατα ποινικά αδικήματα.
Εξαιτίας, μάλιστα, της εν λόγω καταδίκης του οδηγήθηκε σε σωφρονιστικό κατάστημα όπου και παρέμεινε έγκλειστος, εκτίοντας ποινή δωδεκαετούς κάθειρξης, προτού αποφυλακιστεί το Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, κάνοντας χρήση της ευνοϊκής διάταξης του νόμου, αφού εξέτισε τα 3/5 της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής.
Μετά την αποφυλάκισή του, ο καθ’ ου η αίτηση δεν υπέβαλε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ή σε οποιοδήποτε άλλο Δικηγορικό Σύλλογο του κράτους αίτηση για επαναδιορισμό του. Εξάλλου, ο νόμος δεν του παρείχε αυτό το δικαίωμα,  αφού, σύμφωνα με τις  διατάξεις  του άρθρου 24 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν επιτρέπεται να διορισθεί δικηγόρος ο εξελθών από την υπηρεσία δικαστικός λειτουργός ο οποίος απολύθηκε λόγω πειθαρχικού παραπτώματος («Κατ’ εξαίρεση οι εξερχόμενοι από την υπηρεσία δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί [….] εκτός από εκείνους που απολύονται εξαιτίας πειθαρχικού παραπτώματος […] μπορούν να διορίζονται ή να επαναδιορίζονται δικηγόροι, εφόσον δεν συντρέχει κώλυμα από τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 26, 62 και 63.»). Πέραν δε τούτο, τα αδικήματα για τα οποία καταδικάσθηκε τελεσιδίκως ο καθού η αίτηση, εμπίπτουν στις διατάξεις για τα κωλύματα διορισμού ως δικηγόρου.
Παρά ταύτα, ο καθ’ ου δραστηριοποιείται εσχάτως στο χώρο της παροχής νομικών – δικηγορικών  υπηρεσιών, δίχως, όπως προελέχθη,  να κατέχει την ιδιότητα του δικηγόρου. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει και από την από 3-7-2012 βεβαίωση του ΔΣΑ την οποία υπογράφει ο Γενικός Διευθυντής Χαράλαμπος Ναούμης (Σχ. 5), ο καθ’ ου δεν είναι μέλος του ΔΣΑ. Παράλληλα, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. πρωτοκ. 1081/3-7-2012 απαντητικό έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (Σχ. 6), ο καθ’ ου δεν είναι εγγεγραμμένος ούτε στα μητρώα του ΔΣΠ, ούτε είχε στο παρελθόν εγγραφεί ποτέ σε αυτά υπό την ιδιότητα του δικηγόρου.
Κατά συνέπεια, προκύπτει αβίαστα πως ο καθ’ ου δεν δύναται να ασκεί το δικηγορικό λειτούργημα και να μετέρχεται εν γένει δικηγορικής ύλης καθώς δεν είναι εγγεγραμμένος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στα μητρώα Δικηγορικού Συλλόγου της περιοχής όπου δραστηριοποιείται ούτε όμως και αντίστοιχα κάποιου άλλου Δικηγορικού Συλλόγου της χώρας και δεν έχει ακολουθήσει τις προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις εισόδου στον κλάδο και άσκησης του λειτουργήματος.
Ο αντίδικός μας τέλεσε και τελεί το αδίκημα της αντιποιήσεως της ασκήσεως δικηγορίας κατ` εξακολούθηση, αφού χωρίς να είναι δικηγόρος, μέλος εν ενεργεία του Δικηγορικού Συλλόγου  Αθηνών ή άλλου δικηγορικού συλλόγου του κράτους, ίδρυσε, λειτουργούσε και λειτουργεί δικηγορικό γραφείο( το οποίο στην  ιστοσελίδα του αναφέρει με το σήμα Κ & Ρ law offices, που ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ) αναλαμβάνοντας την διεκπεραίωση δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων, που αποτελούν αντικείμενο δικηγορίας, αλλά και επικαλουμένος ή κάνοντας χρήση του τίτλου  και της ιδιότητας του δικηγόρου, χωρίς όμως να τον έχει απoκτήσει. Ειδικότερα,  στην ιστοσελίδα του «http://www.kaloussis.gr/» διαφημίζει ότι η υπ’ αυτόν «εταιρία» διενεργεί τις ακόλουθες σαφώς δικηγορικές υπηρεσίες (όπως την άσκηση αγωγών, ανακοπών, αιτήσεων για έκδοση διαταγής πληρωμής, ποινικές υποθέσεις, υποθέσεις αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, Άσκηση ενδίκων μέσων – έφεσης – αίτηση αναίρεσης – επανάληψη της διαδικασίας – αποκατάσταση – αποζημίωση αδίκως κρατηθέντων – αιτήσεις και καθοδήγηση στη διαδικασία ποινικού συμβιβασμού. και λοιπών ένδικων βοηθημάτων και μέσων  και πράξεων που συμφώνα με τον νόμο απαιτείται υποχρεωτικά  η σύμπραξη δικηγόρου).
Ο ίδιος διαφημίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες του στο παραδοθέν  στην  έδρα αντίγραφο της ιστοσελίδας του που φέρει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά διακριτικά γνωρίσματα δικηγορικού γραφείου, όπως το ζυγό, που αποτελεί διακριτικό γνώρισμα της απονομής της δικαιοσύνης, το λογότυπο «Κ&Ρ law offices» και αναφέρει επί λέξει: «Η «Kaloussis & Partners» είναι μια νομική εταιρεία εμπορικού χαρακτήρα, διηρημένη σε μερίδια, η λειτουργία της οποίας διέπεται από τις διατάξεις του Εμπορικού Κώδικα και από εκείνες της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 123/2006. Παρέχει αρχικά νομικές υπηρεσίες συμβουλευτικού χαρακτήρα που άπτονται όλων των βασικών κλάδων του Ιδιωτικού Δικαίου, για θέματα που απασχολούν σε καθημερινή – και όχι μόνο- βάση οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Μετά το προκαταρκτικό στάδιο κι εφόσον χρειάζεται τα θέματα που προκύπτουν ν’ αντιμετωπισθούν και να επιλυθούν στην πράξη με την παροχή δικαστικής ή άλλης μορφής έννομης προστασίας, παρέχονται νομικές υπηρεσίες δικαστικής υποστήριξης/διεκπεραίωσης οποιασδήποτε υπόθεσης τόσο ως προς το γενικό νομικό μέρος, όσο και ως προς τους ειδικότερους κλάδους του δικαίου που ακολουθούν.
«α) Υποθέσεις αστικής και ποινικής ευθύνης από αυτοκινητιστικές διαφορές, και πιο συγκεκριμένα αγωγές αποζημίωσης για υλικές ζημιές, σωματικές βλάβες ή θανάτωση προσώπου και η άμυνα σ’ αυτές, προσεπικλήσεις ασφαλιστικών οργανισμών όπου απαιτείται, περιπτώσεις ευθύνης του ασφαλιστή γενικότερα, ευθύνης του επικουρικού κεφαλαίου, ευθύνης του γραφείου διεθνούς ασφάλισης καθώς και όλων των συναφών δικονομικών θεμάτων που προκύπτουν.
b) Υποθέσεις σχετικά με μισθώσεις (αστικές, εμπορικές, μισθώσεις Δημοσίου – ΝΠΔΔ, χρονομεριστικές, Leasing) και ειδικότερα αγωγές απόδοσης μισθίου, καταβολής μισθωμάτων, αναπροσαρμογής μισθωμάτων, αγωγές για αποζημίωση μισθωτή ή εκμισθωτή, για επανεγκατάσταση, για καθορισμό νομίμου μισθώματος, αιτήσεις εκδόσεως διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου, αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης διαταγής απόδοσης και συναφείς ανακοπές καθώς και διαφορές μεταξύ διαχειριστών και ιδιοκτητών οροφοϊδιοκτησιών (άρθρου 17 παρ. 2 του Κωδ. Πολ. Δικονομίας).
c) Διαφορές που αναφύονται από πιστωτικούς τίτλους κάθε είδους, δηλαδή από επιταγές, συναλλαγματικές, γραμμάτια, ανώνυμες ομολογίες, τοκομερίδια δανείων, αποθετήρια, ενεχυρόγραφα κλπ για πληρωμή υποχρεώσεων και, βεβαίως, αιτήσεις για έκδοση διαταγής πληρωμής ή άμυνα κατ’ αυτής (ανακοπές, αιτήσεις αναστολής).
d) Υποθέσεις εργατικών διαφορών κάθε είδους που σχετίζονται με τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας (γενικά) στα πλαίσια του Ιδιωτικού Δικαίου, τις διάφορες μορφές της (αορίστου και ορισμένου χρόνου, καθεστώς δοκιμής, part-time εργασία κλπ) τον χρόνο εργασίας, την εργασιακή αμοιβή, τη βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σχέσης, την καταγγελία και τη λύση της σύμβασης εργασίας, την ασφάλεια των εργαζομένων, ειδικές κατηγορίες εργαζομένων και περιπτώσεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας και συλλογικών εργασιακών απαιτήσεων, περιπτώσεις εργασίας ανηλίκων και ΑΜΕΑ κι ακόμη θέματα απαγόρευσης εργασιακών διακρίσεων, ισότητας φύλων, καταχρήσεις εργατικών δικαιωμάτων γενικά καθώς και τις οποιασδήποτε μορφής ποινικές προεκτάσεις τους.
e) Υποθέσεις αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, οπουδήποτε στην Ελλάδα, που σχετίζονται/αφορούν τόσο την κήρυξη απαλλοτριώσεων για την κατασκευή δημοσίων έργων εν γένει, όσο και την κήρυξη απαλλοτριώσεων με βάση την πολεοδομική νομοθεσία και τις απορρέουσες ανάγκες της, όσο κι εκείνες των ΟΤΑ, νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων κλπ, καλυπτομένων των προϋποθέσεων κάθε απαλλοτρίωσης, την κήρυξη – συντέλεσή της, τη διαδικασία προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού τιμής μονάδος, την αναγνώριση των δικαιούχων και τη λήψη της αποζημίωσης και
f) Επίσης οποιαδήποτε διαφορά ιδιώτη με εμπλεκόμενο το Δημόσιο, όπου το τελευταίο ενεργεί/αμύνεται αυστηρά στα πλαίσια του Ιδιωτικού Δικαίου, ή με οποιοδήποτε άλλο ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κλπ.
g) Καλύπτονται επίσης διαφορές από ζητήματα αμοιβών και αποζημιώσεων για παρασχεθείσες ανεξάρτητες υπηρεσίες ελεύθερων επαγγελματιών (Νομικών, γιατρών, μηχανικών, μεσιτών κλπ) ή άλλων ειδικών εντολοδόχων.
h) Με ιδιαίτερη ευαισθησία αντιμετωπίζονται ζητήματα προστασίας της προσωπικότητας στα πλαίσια λειτουργίας των ΜΜΕ και πάσης φύσεως διαφορές που σχετίζονται με προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και αφορούν αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης που προκλήθηκε όπως παραπάνω.
i) Ακόμη, ασχέτως διαδικασίας, αναλαμβάνονται υποθέσεις που καλύπτουν όλο το φάσμα της Ιδιωτικής Ασφάλισης και του Ιδιωτικού Ασφαλιστικού Δικαίου γενικότερα και αφορούν ζητήματα που απορρέουν από τη σύναψη και εφαρμογή ιδιωτικών ασφαλιστικών συμβάσεων οποιουδήποτε είδους, οι οποίες καλύπτουν οποιονδήποτε (επιτρεπόμενο) κίνδυνο, σύμφωνα με τον εν ισχύει ασφαλιστικό κώδικα. Ενδεικτικά, προβλήματα που προκύπτουν από την ασφάλιση ευθύνης από αυτοκίνητα, πλοία, αεροσκάφη, από γενικές ασφαλίσεις κάθε είδους (ζωής, πυρός, υγείας, κλπ) και από την εν γένει λειτουργία και τις ενέργειες ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των βοηθητικών στην ασφάλιση προσώπων (διαμεσολαβητών, ασφαλιστικών πρακτόρων, παραγωγών ασφαλίσεως κ.λπ.) προς τους ασφαλισμένους τους.
k) Στα πλαίσια των κλάδων δικαίου που αναφέρθηκαν, διαρκής επιδίωξη και μέριμνα της «Κ&Ρ» είναι η συνεχής διερεύνηση/εξάντληση όλων τών πιθανοτήτων να προσφέρει στους εντολείς της δυνατότητες για πιο άμεση, προσωρινή έστω, δικαστική προστασία με την όσο το δυνατόν ταχύτερη λύση στο πρόβλημά τους με τη μορφή ασφαλιστικών μέτρων, εάν και όπου αυτό είναι κατορθωτό κι ενδεδειγμένο, προκειμένου να εξασφαλισθεί κάποιο δικαίωμα ή να ρυθμιστεί άμεσα μια έκρυθμη κατάσταση και να αποφευχθούν μορφές βίαιης αντιδικίας. Παράλληλα, κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι αναρίθμητες φορές η επιτυχία του νομικού παραστάτη στη λήψη του κατάλληλου και αποτελεσματικού ασφαλιστικού μέτρου, στις περισσότερες περιπτώσεις αποκλιμακώνει την ένταση, εξοικονομεί χρόνο και χρήμα, παγιώνει νομικά μια κατάσταση και, ενδεχομένως λύνει οριστικά το πρόβλημα. Έτσι, αντιμετωπίζονται με πληρότητα, μεγάλη εμπειρία και εξειδίκευση, περιπτώσεις όπου η λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι επιτακτική και σχετίζονται με ανάκληση ή μεταρρύθμιση κάποιας προηγούμενης απόφασης ασφαλιστικών, πάλι, μέτρων ή αφορούν την προστασία της νομής ή κατοχής ακινήτου ή την εγγυοδοσία υπέρ του αιτούντος για την εξασφάλιση κάποιας χρηματικής απαίτησης ή την εγγραφή υποθήκης σε ακίνητο ή τη συντηρητική κατάσχεση πραγμάτων προς εξασφάλιση του δικαιούχου, ακόμη κι αν αυτά είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (μεγάλα ακίνητα, πλοία, αεροσκάφη κλπ) ή τη μεσεγγύηση πραγμάτων, τη σφράγιση, αποσφράγιση, απογραφή ή δημόσια κατάθεσή τους ή ακόμη όταν επιβάλλεται να ρυθμιστεί προσωρινά μια νοσηρή κατάσταση ή να ρυθμιστούν άμεσα κάποιες οικογενειακές ή συζυγικές σχέσεις ή χρειάζεται να επιδικασθεί προσωρινά μέρος απαιτήσεων ή περιοδικών παροχών (π.χ. διατροφή, αποδοχές, αποζημίωση κ.λπ.) που οφείλονται σύμφωνα με το νόμο ή από μη αμφισβητούμενη σύμβαση κ.λπ. και πάντοτε με την προοπτική επίτευξης μόνιμης λύσης στο πρόβλημα.
L) Τελειώνοντας με την παρουσίαση της νομικής καθοδήγησης και των, με ακρίβεια ανά κλάδο δικαίου, παρεχομένων νομικών υπηρεσιών στο Α΄ μέρος δραστηριοποίησης της «ΚΡ», στα πλαίσια αντιμετώπισης καταστάσεων που απορρέουν από αμιγώς αστικές/πολιτικές διαφορές, θα ήταν παράδοξο να δραστηριοποιούμαστε με την αντιμετώπιση υποθέσεων μόνο στα πλαίσια της διαγνωστικής αστικής διαδικασίας και την έκβασή τους μέχρι τον ακυρωτικό βαθμό εξέτασης, παραλείποντας την αντιμετώπιση/ανάληψη ζητημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή του Δικαίου Αναγκαστικής Εκτέλεσης Ιδιωτικών Διαφορών.
Έτσι, με ιδιαίτερη προσοχή και υπευθυνότητα αντιμετωπίζουμε περιπτώσεις που αναφύονται από όλο το φάσμα αναγκαστικής εκτέλεσης των άρθρων 904 έως και 1054 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως θέματα αναστολής προσωρινής εκτελεστότητας, χορήγησης απογράφου, ανακοπές κατά της επιταγής προς εκτέλεση (άρθρου 933), ανακοπές για τη διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης ή της περίληψής της, ανακοπές τρίτων για διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης κινητών και προγράμματος πλειστηριασμού, ανακοπές για διόρθωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητων, αναστολές πλειστηριασμών, ανακοπές για ακύρωση έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού, άδειες ελεύθερης εκποίησης κινητών, αιτήσεις για διενέργεια νέου πλειστηριασμού ή διόρθωσης του προγράμματός του, ανακοπές ακύρωσης πλειστηριασμού, ανακοπές κατά πίνακα κατάταξης, ανακοπές για ακύρωση κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου κλπ. Ειδικά ως προς την κατάσχεση, ως κύρια πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, καλύπτονται όλα τα ζητήματα που μπορούν να προκύψουν από την ύπαρξη ελαττωμάτων στην κατασχετήρια έκθεση κινητών ή ακινήτων και γενικά, θέματα που επιβάλλουν την ακύρωση, αναστολή, ανατροπή ή διαγραφή μιας κατάσχεσης, θέματα που αφορούν συντηρητική κατάσχεση πραγμάτων μεγάλης αξίας (ακινήτων, πλοίων, αεροσκαφών, μετοχών κλπ) ή κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου κ.λπ. Ομοίως, αντιμετωπίζονται και τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν από εσφαλμένες ενέργειες του υπαλλήλου του πλειστηριασμού που πλήττουν τον καθ’ου ή τον επισπεύδοντα, τον υπερθεματιστή ή άλλα πρόσωπα.
Ακόμη, αντιμετωπίζεται και κάθε ζήτημα που προκύπτει από την ικανοποίηση μη χρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως όταν πρόκειται για αναγκαστική εκτέλεση με αίτημα την παράδοση ή απόδοση κινητού ή ακίνητου πράγματος ή αναγκαστική εκτέλεση για την επιχείρηση κάποιας πράξης ή αναγκαστική εκτέλεση για την υποχρέωση σε παράλειψη ή ανοχή πράξης ή αναγκαστική εκτέλεση για την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως κι ακόμη αναγκαστική εκτέλεση για την απόδοση τέκνου ή για αίτηση χορήγησης άδειας για την επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης σε εμπορική επιχείρηση, για αίτηση αντικατάστασης διορισμένου διαχειριστή ή όταν πρόκειται για αγωγή προσωποκράτησης κατά εμπόρου ως αναγκαστικού μέσου εκτέλεσης ή για αγωγή προσωποκράτησης από αδικοπραξία ή για αίτηση υποβολής καταλόγου περιουσιακών στοιχείων ή για αντιρρήσεις οφειλέτη κατά της προσωπικής του κράτησης κ.α.
Το δεύτερο μέρος δραστηριοποίησης της «ΚΡ» αφορά, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή της παρουσίασης, τον τομέα του Ποινικού Δικαίου, τομέα που αποτελεί βασικό πυλώνα και «εκ των ων ουκ άνευ» για τη λειτουργία, τη μακρόχρονη εμπειρία και εξειδίκευση των στελεχών της εταιρείας.
Αντιμετωπίζεται, λοιπόν, οποιοδήποτε ποινικό πρόβλημα απασχολεί τον ενδιαφερόμενο, ανεξαρτήτως της σοβαρότητάς του, είτε από την θέση της υπεράσπισης είτε εκείνη της παράστασης πολιτικής αγωγής.
Ειδικότερα δραστηριοποιούμαστε σε:
a) Προετοιμασία ποινικών ενεργειών – εγκλήσεις παθόντων ή μηνυτήριες αναφορές και άμυνα σ’ αυτές – προετοιμασία φακέλου και στοιχείων γενικότερα – ενέργειες πριν την άσκηση ποινικής δίωξης – προδικαστικά ζητήματα – ενέργειες που αφορούν συνολικά την ποινική προδικασία (καθοδήγηση στην προκαταρκτική εξέταση, στην προανάκριση, στην απ’ ευθείας κλήση στο ακροατήριο – προσφυγές κατά κλήσεων, ενέργειες στην κύρια ανάκριση, προσφυγές κατά ανακριτικών διατάξεων και κατά την διαδικασία των Συμβουλίων, ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων).
b) Ενέργειες κατά την προπαρασκευή και την κύρια διαδικασία στο ακροατήριο – υπεράσπιση – πολιτική αγωγή – προβολή ακυροτήτων – αυτοτελείς ισχυρισμοί – αυτόφωρα εγκλήματα και αυτόφωρη διαδικασία – αιτήσεις ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως – παρεμπίπτοντα θέματα.
c) Άσκηση ενδίκων μέσων – έφεση – αίτηση αναίρεσης – επανάληψη της διαδικασίας – αποκατάσταση – αποζημίωση αδίκως κρατηθέντων – αιτήσεις και καθοδήγηση στη διαδικασία ποινικού συμβιβασμού.
Πρέπει να λεχθεί ότι αντιμετωπίζονται με υπευθυνότητα όλα τα εγκλήματα βίας ή μη, τα εγκλήματα κατά της πολιτειακής εξουσίας και της δημοσίας τάξεως, εγκλήματα κατά της απονομής της δικαιοσύνης, εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία, εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθερίας, εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, εγκλήματα κατά της τιμής, της ιδιοκτησίας και κατά των περιουσιακών εν γένει δικαιωμάτων καθώς και τα οικονομικά εγκλήματα του ποινικού κώδικα και των ειδικών ποινικών νόμων (πχ. Ναρκωτικά) κι ακόμη τα ποινικά εγκλήματα κατά του Δημοσίου { Αιγιαλός – Αρχαιότητες – Δασικά – Δημόσια κτήματα – Καταχραστές Δημοσίου (ν. 1608/50) – Λαθρεμπορία – Πετρελαιοειδή – Νομιμοποίηση (ξέπλυμα) εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες – Περιβάλλον – Φορολογικά αδικήματα – Χρηματιστήριο κλπ} αλλά και όλες οι μορφές του ηλεκτρονικού εγκλήματος και
d) Καλύπτονται επίσης όλα τα ειδικά ζητήματα που αναφύονται από την εκτέλεση των ποινών, όπως αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης καταδικαστικών αποφάσεων (άρθρα 471 και 497 της ποινικής δικονομίας), αιτήσεις συγχωνεύσεως ποινών, μετατροπές ποινών σε χρήμα, αιτήσεις απόλυσης υπό όρους, αιτήσεις αναβολής και διακοπής (προσωρινής και μόνιμης) εκτέλεσης ποινών για λόγους υγείας ή ανήκεστου βλάβης της, καθώς και περιπτώσεις αντιρρήσεων σχετικά με την εκτέλεση, το είδος ή τη διάρκεια των ποινών.»
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι  ο καθ’ ου  αντιποιείται την ιδιότητα του δικηγόρου, διαφημίζοντας ότι διενεργεί χωρίς καμιά διάκριση δικηγορικές εργασίες, συγκεντρώνοντας πελατεία, δεχομένος πελάτες για παροχή τέτοιων υπηρεσιών στο ως άνω γραφείο, το οποίο τηρεί με  με την ιδιότητα του δικηγόρου (χρησιμοποιώντας τον τίτλο «law office», που σημαίνει δικηγορικό γραφείο), όταν ανέκυψε θέμα αντιποιήσεως της δικηγορίας εκ μέρους του, δήλωσε ενώπιον σας ότι κατά το επάγγελμα είναι νομικός ότι δεν ασκεί δικηγορικές εργασίες πλην συμβουλών, πράγμα όμως που διαψεύδεται σαφώς από όλα τα ανωτέρω στοιχεία που ο ίδιος διαφημίζει.
Παρόλα όσα ο ίδιος αναληθώς κατέθεσε, στα γραφεία του α’ ορόφου του επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, αρ. 131, ο καθ’ ου στεγάζει από τα μέσα Ιουνίου του τρέχοντος έτους το προσωπικό του γραφείο, έχοντας συστήσει ένα μόρφωμα το οποίο ο ίδιος ονομάζει «νομική εταιρεία εμπορικού χαρακτήρα», όπως ο ίδιος επί λέξει τη χαρακτηρίζει, «διηρημένη σε μερίδια», δήθεν διεπόμενη – σύμφωνα με τον ίδιο – «από τις διατάξεις του Εμπορικού Κώδικα και από εκείνες της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 123/2006». Τα εν λόγω γραφεία λειτουργούν πλέον σε καθημερινή βάση και έξωθεν αυτών (τόσο στο ισόγειο, στην είσοδο, όσο και στον α’ όροφο) έχει τοποθετηθεί σειρά διακριτικών γνωρισμάτων με την αναγραφή των ονομάτων του καθ’ ου και των συνεργατών του ως παρεχόντων νομικές και δικηγορικές υπηρεσίες. Κατόπιν τούτων, είναι πλέον εμφανέστατο ότι ο καθ’ ου, αντιποιούμενος την δικηγορική ιδιότητα, και οι συνεργάτες αυτού – έχουν συστήσει ένα μόρφωμα, παραβιάζοντας τις διατάξεις του νόμου περί σύστασης και λειτουργίας δικηγορικών εταιριών, που στόχο έχει να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για τη στέγαση του προσωπικού γραφείου του Ευάγγελου Καλούση. Η εν λόγω εταιρία σαφώς και δεν είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιά καθώς είναι ανύπαρκτη και δεν έχουν ακολουθηθεί οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις ίδρυσής της. Ο δε χαρακτηρισμός του εν λόγω μορφώματος ως «νομικής εταιρείας εμπορικού χαρακτήρα» είναι πρωτόγνωρος και παντελώς αυθαίρετος αφού η συγκεκριμένη εταιρική μορφή ουδόλως αναγνωρίζεται και κατοχυρώνεται από τις κείμενες διατάξεις και το εν γένει δικαιικό μας σύστημα, πολλώ δε μάλλον από τις διατάξεις του Εμπορικού Νόμου, οι οποίες ουδόλως προσιδιάζουν στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Να σημειωθεί μάλιστα, ότι – με τις ενέργειές του αυτές – καταλήγει να ευτελίζει την παροχή νομικών υπηρεσιών υποβιβάζοντάς την σε εμπορική πράξη, η οποία είναι πλήρως ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα (άρθρο 63 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων). Στην πραγματικότητα, ο καθ’ ου, αναφερόμενος, διά δημόσιων τοποθετήσεών του, στην ίδρυση δήθεν εταιρίας συσταθείσας – κατά δήλωσή του – σύμφωνα με τα άρθρα 47-50 του Εμπορικού Νόμου, ομολογεί την ύπαρξη μιας αφανούς εταιρίας, στην οποία ο μεν ίδιος αποτελεί εμφανή μέτοχο, οι δε συνεργάτες του αφανείς εταίρους, κατά τρόπο που συνιστά παράνομη συμμετοχή των τελευταίων σε ένα παρανόμως συσταθέν μόρφωμα. Η εν λόγω μάλιστα συμμετοχή των τελευταίων σε αυτό το μόρφωμα που δεν αποτελεί αποδεκτή μορφή παροχής νομικών υπηρεσιών, όπως αυτή προβλέπεται στο π.δ. 81/2005 (Αστική Επαγγελματική Δικηγορική Εταιρία), συνιστά στην πραγματικότητα άμεση συνδρομή τους προς τον καθ’ ου Ευάγγελο Καλούση για την αντιποίηση της άσκησης δικηγορίας, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 45 παρ. 1 και 63 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, γεγονός που οδήγησε στην αυτεπάγγελτη κίνηση της διαδικασίας πειθαρχικής δίωξης εναντίον τους από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 72 παράγρ. 1 και 73 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως προκύπτει και από το από 9-7-2012 έγγραφο του ΔΣΑ (αριθμ. πειθαρχικού φακέλου 156/2012), το οποίο προσκομίζουμε και επικαλούμαστε (Σχ. 7).
Προς πλήρη επιβεβαίωση αυτών, παραθέτουμε τις από 18-7-2012 έξι βεβαιώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που υπογράφονται από το Διευθυντή του ΔΣΑ Χαράλαμπο Ναούμη (Σχ. 8α-8στ) και καταδεικνύουν ότι οι συνεργάτες του αντιδίκου (τόσο εκείνοι τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονταν στις ταμπέλες έξωθεν των γραφείων του κ. Καλούση, όσο και εκείνοι που κατονομάστηκαν από τον ίδιο σε πρόσφατη συνέντευξή του σε Κυριακάτικη εφημερίδα) έχουν δηλώσει στο ΔΣΑ ως επαγγελματική έδρα τους διευθύνσεις διαφορετικές από εκείνη των γραφείων της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας αρ. 131, γεγονός που – συνδυαζόμενο με την παροχή προς την παρανόμως λειτουργούσα «εταιρία» – υπηρεσιών καταδεικνύει την ιδιότητά τους ως αφανών εταίρων αυτής. Άλλωστε, οι ως άνω δεν θα μπορούσαν να δηλώσουν τα εν λόγω γραφεία ως επαγγελματική τους έδρα, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προεκτέθηκε, η «εταιρία» με την επωνυμία «Kaloussis & Partners – Νομικές Υπηρεσίες» είναι ανύπαρκτη, καθώς δεν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διατυπώσεις σύστασης και λειτουργίας της, γεγονός που αποδεικνύεται και από την από 19/7/2012 βεβαίωση του ΔΣΑ που υπογράφει ο Γενικός Διευθυντής Χαράλαμπος Ναούμης (Σχ. 8ζ), σύμφωνα με την οποία στα τηρούμενα από το ΔΣΑ βιβλία των δικηγορικών εταιριών δεν υπάρχει καταχωρημένη εταιρία με την ως άνω επωνυμία, βεβαίωση την οποία προσκομίζουμε και επικαλούμαστε με το παρόν μας.
Επιβάλλεται, επιπλέον, να τονιστεί ότι στις από 17-7-2012 έγγραφες εξηγήσεις της ενώπιον του Πειθαρχικού Τμήματος του ΔΣΑ (Σχ. 9α) μία εκ των αναγραφόμενων στις επιγραφές έξωθεν του γραφείου του αντιδίκου (επί του α’ ορόφου) ως συνεργάτιδα της «εταιρίας», η Ουρανία Κατσαρού-Κώστα, δηλώνει ότι δεν έδωσε τη συναίνεσή της ώστε να περιληφθεί το όνομά της στους συνεργάτες του γραφείου, τονίζοντας ότι ουδέποτε αποτέλεσε μέτοχο της εταιρίας ή συνεργάτη αυτής…. Έτερος δε δικηγόρος, τον οποίο ο αντίδικος κατονομάζει σε συνέντευξή του σε Κυριακάτικη εφημερίδα ως συνεργάτη του γραφείου του, ο Νικόλαος Βαλσαμάκης, δηλώνει στις από 17-7-2012 έγγραφες εξηγήσεις του ενώπιον του Πειθαρχικού Τμήματος του ΔΣΑ (Σχ. 9β) ότι ουδέποτε συμμετείχε στην εταιρία του αντιδίκου, παρά το γεγονός όμως ότι εμφανίζεται πλησίον του κυρίου Καλούση να ποζάρει ως συνεργάτης του εντός των γραφείων του τελευταίου σε φωτογραφία που πλαισιώνει το σχετικό δημοσίευμα… Ανεξάρτητα από την αλήθεια ή μη των ισχυρισμών των παραπάνω δικηγόρων, που θα ελέγξει η ποινική δικαιοσύνη και τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του ΔΣΑ, δε χωρεί καμία αμφιβολία ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία ξεκάθαρη και αδιαφανή άσκηση δικηγορικών-παραδικηγορικών ενεργειών.

Επιπλέον, ανεξάρτητα από τον όποιο χαρακτηρισμό του εν λόγω μορφώματος εκ μέρους του καθ’ ου, ο οποίος γίνεται για την εξυπηρέτηση προφανών ιδιοτελών σκοπιμοτήτων, αξιοσημείωτο τυγχάνει το γεγονός ότι επιλέγεται, τουλάχιστον στην ιστοσελίδα προβολής και διαφήμισης των παρεχόμενων υπηρεσιών, η χρήση της επωνυμίας «Kaloussis & Partners – Νομικές Υπηρεσίες» και στην αγγλική γλώσσα «Kaloussis & Partners – Law Firm» (σημειωτέον ότι ως “law firm” νοείται η δικηγορική εταιρία, ενώ – αν μετέφραζε στην αγγλική γλώσσα τον όρο «νομικές υπηρεσίες» – θα αποδιδόταν ως “legal services”), οι οποίες αμφότερες παραπέμπουν αναμφισβήτητα σε δικηγορική εταιρία, κατά τρόπο όμως ο οποίος – σύμφωνα με τα προαναφερθέντα – παραπλανά το κοινό που επιζητά αποτελεσματική πρόσβαση στη Δικαιοσύνη και παροχή υπηρεσιών ικανών να διασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων του. Η συγκεκριμένη αναφορά και τα χρησιμοποιούμενα λογότυπα καταδεικνύουν, πέραν πάσης αμφισβήτησης, τις προθέσεις και τις επιδιώξεις του καθ’ ου να προβάλλεται ο μεν ίδιος ως παρέχων δήθεν νομικές και δικηγορικές υπηρεσίες, η δε εταιρία που έχει συστήσει ως δήθεν νόμιμη και διεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις, κατά πλήρη ωστόσο αναντιστοιχία προς την αλήθεια, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω. Και όλα αυτά φυσικά παρά το γεγονός ότι η μόνη αποδεκτή μορφή παροχής νομικών υπηρεσιών από νομικό πρόσωπο είναι αυτή της Αστικής Επαγγελματικής Δικηγορικής Εταιρίας, που συστήνεται και ισχύει σύμφωνα με το οριζόμενα στο π.δ. 81/2005, όπως ισχύει σήμερα, στην οποία συμμετέχουν αποκλειστικά και μόνο δικηγόροι εγγεγραμμένοι σε Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας.
Επισημαίνουμε ότι ο καθού στην από 12-7-2012 εξέτασή του ως κατηγορουμένου ενώπιον των αρμόδιων ανακριτικών αρχών (Σχ. 10) αναφέρει επί λέξει: «Η κατηγορία που μου απευθύνετε είναι μη νόμιμη και αντιβαίνει ευθέως στην κοινοτική νομοθεσία. Επίσης, ως προς το πρόσωπό μου, παραβιάζονται βάναυσα και άλλες διατάξεις. Ειδικότερα: με την υπ’ αρίθ. 123/2006 Ευρωπαϊκή οδηγία (οδηγία Bollkenstein), καταργήθηκαν πλείστοι όσοι περιορισμοί υπήρχαν στο παρελθόν και αφορούσαν κάποια διεθνώς καθιερωμένα και θεωρούμενα ως κλειστά επαγγέλματα και επετράπη πλέον η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από οποιονδήποτε κατέχει σχετικό επιστημονικό πτυχίο ή είναι γνώστης του αναλόγου επιτηδεύματος. Από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν εξαιρέθηκαν οι νομικές  υπηρεσίες σε γενικό επίπεδο. Η εν λόγω οδηγία, στο πρώτο κεφάλαιό της αναφέρει συγκεκριμένα τα πεδία συγκεκριμένα δεν εφαρμόζεται. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι δεν εφαρμόζεται στις τηλεπικοινωνίες, στις κοινωνικές ασφαλίσεις, στις συμβολαιογραφικές υπηρεσίες και σε άλλα ειδικά θέματα, δεν αναφέρεται όμως απαγόρευση για τις νομικές υπηρεσίες. Δεν έχω μπροστά μου το κείμενο της οδηγίας διότι η προσαγωγή μου έγινε ξαφνικά, όπως επίσης δεν έχω στη διάθεσή μου την ώρα αυτή αρκετά σημαντικά έγγραφα. Εν πάση περιπτώσει, στο άρθρο 1 παρ. 5 της ανωτέρω οδηγίας υπάρχει ειδική ρήτρα που αναφέρει κατηγορηματικά ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ οφείλουν να μην εφαρμόζουν υπάρχουσες διατάξεις της Εθνικής Νομοθεσίας τους οι οποίες έχουν ποινικό χαρακτήρα και παρεμποδίζουν ουσιωδώς την ελεύθερη άσκηση των παρεχομένων υπηρεσιών. Η Ευρωπαϊκή οδηγία 123/2006 ως μέρος του Κοινοτικού Δικαίου, υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης εσωτερικής διάταξης. Μπορούν επομένως, με βάση την οδηγία αυτή, να παρέχονται νομικές υπηρεσίες και από άλλους νομικούς, όχι απαραίτητα δικηγόρους όπως υπελάμβανε το άρθρο 39 του παλαιού Νόμου 3026/1954. Δεν παραγνωρίζω τη σημασία και σπουδαιότητα των δικηγορικών συλλόγων, την αναγκαιότητα τήρησης κάποιων τυπικών προϋποθέσεων για τα μέλη τους, είναι όμως γεγονός αναμφισβήτητο ότι νομικές  υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται και από άλλους νομικούς επαγγελματίες. Θα αντιποιούμην το δικηγορικό λειτούργημα εάν ισχυριζόμουν ότι είχα την ιδιότητα του δικηγόρου πράγμα που ποτέ δεν συνέβη. Ως προς τη δικηγορική ύλη, την οποία κατηγορούμαι ότι αναλαμβάνω με βάση την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δικαιούμαι να παρέχω νομικές υπηρεσίες συμβουλευτικού – καθοδηγητικού χαρακτήρα, να προετοιμάζω υποθέσεις πριν αυτές εισαχθούν σε δικαστήρια, να συντάσσω (όχι να υπογράφω) δικόγραφα, να συγκεντρώνω αποδεικτικό υλικό, κ.λπ. Δεν παρίσταμαι σε δικαστήρια ούτε ισχυρά ποτέ στην ηλεκτρονική σελίδα μου ότι έχω αυτοπροσώπως αυτή τη δυνατότητα, παρά μόνο ότι ίδρυσα και διευθύνω την «KALOUSSIS & PARTNERS». Παραπέρα, σύμφωνα με το Ν. 3919/2011 περί ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων και ειδικότερα με το άρθρο 2 παρ. 2 περ. η’, καταργήθηκαν πλέον όλοι οι περιορισμοί συμμετοχής φυσικού προσώπου σε κάποια εταιρεία νομικού ή μη ενδιαφέροντος, οι οποίοι περιορισμοί αναφέρονταν στο παρελθόν στο εάν το πρόσωπο αυτό είχε ή δεν είχε ορισμένη επαγγελματική ιδιότητα. Κατά συνέπεια, αν και μη δικηγόρος, μπορώ να μετέχω σε δικηγορική εταιρεία. Τέτοιου είδους εταιρεία, όπως προκύπτει από το κεφάλαιο Β’ του νόμου αυτού, μπορούν να ιδρύσουν μόνο δικηγόροι. Στην πορεία της όμως μπορούν να μετάσχουν και άλλοι νομικοί. Σε κάθε περίπτωση, εγώ δύναμαι να ιδρύσω όχι δικηγορική αλλά εταιρεία νομικού ενδιαφέροντος στην οποία να μετάσχουν και άλλοι νομικοί και η οποία να έχει αντικείμενο την παροχή επιτρεπομένων νομικών υπηρεσιών, οι οποίες υπηρεσίες θα μπορούσαν να ολοκληρώνονται από ελεύθερους συνεργάτες της – δικηγόρους. Όπως λοιπόν έχω προαναφέρει, η «KALOUSSIS & PARTNERS» είναι μία εταιρεία διεπόμενη από τα άρθρα 47-50 εμπορικού νόμου, δηλαδή αφανής εταιρεία. Η αφανής εταιρεία δεν έχει οικονομική αυτοτέλεια, δεν έχει νομική προσωπικότητα, δεν υπόκειται σε διατυπώσεις αλλά μπορεί να συσταθεί και προφορικά, αποτελούσα τρόπον τινά μία μυστική συμφωνία μεταξύ των εταίρων της. Καθοριστικό ρόλο παίζει η προς τα έξω νομική της μορφή που στην περίπτωσή μου είναι η ατομική επιχείρηση ως νομικού συμβούλου επιχειρήσεων. Έχω υποβάλει στην Υπηρεσία σας όλα τα νόμιμα σχετικά έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται ότι διαθέτω νόμιμη έναρξη εργασιών από τη ΚΑ’ ΔΟΥ Αθηνών ως σύμβουλος επιχειρήσεων, με τη ρητή δυνατότητα να παρέχω και άλλες νομικές υπηρεσίες έχοντας μάλιστα λάβει και τους σχετικούς κωδικούς όπως αυτοί έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Οικονομικών. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι οι νομικές αυτές υπηρεσίες είναι υπηρεσίες που μπορούν να παρέχουν και νομικοί δικολάβοι, μεσίτες ακινήτων, κ.λπ. Επομένως, η επαγγελματική δραστηριότητά μου ως νομικού συμβούλου επιχειρήσεων επί της Λεωφ. Βασ. 131 είναι καθόλα νόμιμη. Παραπέρα, η «KALOUSSIS & PARTNERS» διαθέτει και συνεργάτες που είναι δικηγόροι. Άλλωστε αυτό υποδηλώνει και η λέξη partner – συνεργάτης στο διακριτικό τίτλο της. Οι συνεργάτες λοιπόν αυτοί, είτε συστεγάζονται στα γραφεία μου είτε όχι, αναλαμβάνουν να διεκπεραιώνουν, ενώπιον δικαστηρίων ή άλλων διοικητικών αρχών οποιαδήποτε νομική υπόθεση τους αναθέτω. Το συνηθέστερο δε είναι να έρχονται σε άμεση επαφή με τον ενδιαφερόμενο των υποθέσεων αυτών που είναι και εντολέας τους. Οι δικηγόροι που αναφέρονται στην εν θέματι ποινική δικογραφία και πρωτίστως η Χρυσάνθη Γιαμαρέλλου, που σημειωτέον είναι πρώτη μου εξαδέλφη και ο Θεοφάνης Δάλλας, είναι συνεργάτες μου, όχι όμως και μέτοχοι στην αφανή εταιρεία που προανέφερα και η οποία άλλωστε αφανής εταιρεία δεν έχει νόμιμη επιρροή στο όλο θέμα. Επίσης, από τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στην ταμπέλα του γραφείου μου, ουδείς τυγχάνει μέτοχος της KALOUSSIS & PARTNERS. Πρόκειται περί ελευθέρων συνεργατών στους οποίους προστρέχουμε εάν και όταν χρειαστούμε τις νομικές τους γνώσεις. Κατά συνέπεια, ουδεμία παράνομη συμπεριφορά υπάρχει εκ μέρους μου, ούτε αντιποιούμαι το δικηγορικό επάγγελμα, ούτε παραβιάζεται το άρθρο 175 παρ. 1 και 2 Π.Κ.. ουδείς εξ ημών διέπραξε κάτι το παράνομο, δοθέντος βεβαίως ότι είναι απολύτως ελεύθερη και επιτρεπτή η συστέγαση δικηγόρων και με άλλους επαγγελματίες.[…]».
Δεν μπορεί παρά να μην σημειωθεί το γεγονός ότι ο καθ’ ου, βλέποντας το θέμα της παράνομης λειτουργίας του προσωπικού του γραφείου να παίρνει ιδιαίτερες διαστάσεις έπειτα από τις καταγγελίες μας οι οποίες είδαν το φως της δημοσιότητας, επιχειρώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα έφτασε στο σημείο να επικαλείται την επελθούσα δήθεν απελευθέρωση του δικηγορικού επαγγέλματος μέσω της ψήφισης του νόμου 3919/2011 ως μεταρρύθμιση που επέφερε δήθεν ουσιώδεις τροποποιήσεις αναφορικά με τις προϋποθέσεις και το καθεστώς παροχής νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών. Η εν λόγω επιχειρηματολογία τυγχάνει όλως αβάσιμη, προσχηματική και παραπλανητική και δεν είναι σε καμία περίπτωση ικανή να νομιμοποιήσει τις ενέργειες του καθ’ ου καθώς, όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις του νόμου 3919/2011 ουδεμία αλλαγή επέφεραν στο ισχύον νομοθετικό του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) αναφορικά με τις προϋποθέσεις αφενός μεν εισόδου στο δικηγορικό σώμα, αφετέρου δε παροχής νομικών υπηρεσιών προς εντολείς. Συνεπώς, ο καθ’ ου εξακολουθεί να μην έχει – σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις – τη δυνατότητα να συστήσει δικηγορική εταιρία και να προβαίνει ο ίδιος στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών προς το κοινό έναντι αμοιβής και κατ’ αποτέλεσμα κάθε σχετική του ενέργεια λογίζεται αναντίρρητα ως αντιποίηση του δικηγορικού επαγγέλματος, όπως η έννοια αυτή προσδιορίζεται επακριβώς από τη διάταξη του άρθρου 2 παράγρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων («Αντιποίησιν ασκήσεως της Δικηγορίας τιμωρουμένην κατά τους όρους του άρθρ. 175 παρ.2 του Ποιν. Κώδικος αποτελεί επίσης και η επίκλησις ή η οιαδήποτε χρήσις του τίτλου ή της ιδιότητος του Δικηγόρου υπό προσώπων μη κεκτημένων τούτον, κατά τα εν εδαφ. 1 οριζόμενα.»).

Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο – έπειτα από καταγγελίες του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και σχετική ένορκη κατάθεσή του στις αρμόδιες αρχές, αλλά και έπειτα από πλήθος δημοσιευμάτων του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου αναφορικά με τη λειτουργία του γραφείου του καθ’ ου – διατάχθηκε την 13-7-2012 από την αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, στα πλαίσια τήρησης της αυτόφωρης διαδικασίας εξαιτίας της τέλεσης από τον Ευάγγελο Καλούση ενός διαρκούς εγκλήματος, η σύλληψή του για αντιποίηση της άσκησης δικηγορίας, αλλά και δύο ακόμα συνεργατών του για άμεση συνέργεια στο ίδιο αδίκημα, ενώ περαιτέρω διατάχθηκε προανάκριση προκειμένου να ασκηθεί συμπληρωματική δίωξη. Κατά την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο του αντιδίκου κατασχέθηκε πλήθος αντικειμένων, μεταξύ των οποίων έγγραφα, φάκελοι δικογραφίας, δικόγραφα και δικαστικές αποφάσεις, που μαρτυρούν την ύπαρξη ενός πλήρως οργανωμένου δικηγορικού γραφείου που λειτουργεί για λογαριασμό του αντιδίκου, παρά τα όσα αβάσιμα και όλως προσχηματικά ο ίδιος ισχυρίζεται.
Εντελώς ενδεικτικά παραπέμπουμε στην από 12 Ιουλίου 2012 «ΕΚΘΕΣΗ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΕ ΚΑΤΟΙΚΙΑ/ΓΡΑΦΕΙΟ Κ’ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ (Κ.Π.Δ.)» (Σχ. 11), στην οποία αναγράφονται επί λέξει τα εξής:  «…βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: (Α) στο γραφείο του Ευάγγελου ΚΑΛΟΥΣΗ: -1- ένα φύλλο Α4 με ενδείξεις, μεταξύ άλλων, “KALOUSSIS & PARTNERS LAW OFFICES – ΕΥΑΓ. Α. ΚΑΛΟΥΣΗΣ ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ – ΧΡΥΣΑΝΘΗ Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ – ΘΕΟΦΑΝΗΣ Β. ΔΑΛΛΑΣ – ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ – ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ – ΑΠΟΣΤ. Φ. ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ – ΠΑΝΟΣ Α. ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ – ΙΟΥΣΤΙΝΗ Θ. ΔΗΜΟΓΛΟΥ – ΟΥΡΑΝΙΑ Γ. ΚΑΤΣΑΡΟΥ», -2- την από 11-07-2012 Υπεύθυνη Δήλωση του Ευάγγελου Α. Καλούση, με σβησμένο το κείμενο και γνήσιο της υπογραφής επ’ αυτής, -3- μία Υπεύθυνη Δήλωση με πανομοιότυπες ενδείξεις με την με α/α -2-, -4- Μία Υπεύθυνη Δήλωση με πανομοιότυπες ενδείξεις με τις με α/α -2- και -3-, -5- την από 11-07-2012 Υπεύθυνη Δήλωση του Ευάγγελου Καλούση, σχετιζόμενη με δημοσίευμα της 08-07-2012 στην Εφημερίδα «REALNEWS», -6- την από 10-07-2012 Υπεύθυνη Δήλωση του Ευάγγελου Καλούση, σχετιζόμενη με παραχώρηση γραφειακού χώρου στον συνεργάτη, Θεοφάνη Δάλλα, -7- δύο φύλλα Α4 με χειρόγραφες σημειώσεις ονομάτων, επίπλων και λοιπά, -8- ένα απόκομμα χάρτου με εκτυπωμένα σήματα της KALOUSSIS & PARTNERS, -9- ένα σχισμένο φύλλο Α4 με τα λογότυπα της KALOUSSIS & PARTNERS και χειρόγραφες σημειώσεις, -10- το από 02-05-2012 Αποδεικτικό Θεώρησης της Δ.Ο.Υ. ΚΑ’ Αθηνών, 11- φωτοαντίγραφο του από 16-03-2012 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Επαγγελματικής Μίσθωσης, που αφορά χώρο επί της οδού Λ. Βασιλίσσης Σοφίας 131, -12- την από 02-05-2012 Υπεύθυνη Δήλωση του Ευάγγελου Καλούση, με κείμενο «ΔΕΝ ΑΠΑΣΧΟΛΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ», -13- ένα φάκελο με την ένδειξη «ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΦΥΛΑΚΕΣ», που περιέχει (13α) την από 05-06-2012 Εξουσιοδότηση του Δημητρίου Βαρελά προς τη Χρυσάνθη ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ, (13β) την από 05-06-2012 εξουσιοδότηση του RASOL  HOSINGI προς τη Χρυσάνθη ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ, (13γ) την από 05-06-2012 εξουσιοδότηση του Χρήστου ΕΓΛΕΝΤΖΕ προς τη Χρυσάνθη ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ, (13δ) την από 05-06-2012 εξουσιοδότηση του Διαμαντή Καλαφατάκη προς τη Χρυσάνθη ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ, (13ε) φωτοαντίγραφο του υπ’ αρίθμ. 297-298-299-300,311/2012 από 24-05-2012 αποσπάσματος απόφασης του Εφετείου Πατρών, (13στ) δύο φύλλα με χειρόγραφες σημειώσεις και τίτλο «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ δράσης – επισκέψεων – Τρίτη 5/6/2012», -14- ένα φάκελο με χειρόγραφη ένδειξη «Μιχ. Καραΐσκος», που περιέχει (14α) αυτοκόλλητο με χειρόγραφη σημείωση «6932 655376 Καραΐσκος Μιχαήλ 210 4207510γρ», (14β) φωτοαντίγραφο της υπ’ αρίθ. 315/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, (14γ) φωτοαντίγραφο της από 04-07-2006 Αγωγής, Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά του Σταύρου Μιτσινίγου, (14δ) φωτοαντίγραφο της από 10-10-2007 Αγωγής, Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, του Καραΐσκου Μιχαήλ κατά του Σταύρου Μιτσινίγου, (14ε) φωτοαντίγραφο των από 17-11-2008 Προτάσεων του Μιχαήλ Καραΐσκου, Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, (14στ) φωτοαντίγραφα πρακτικών δίκης, (14ζ) φωτοαντίγραφο της από 14-06-2011 Προσθήκης – Αντίκρουσης, (14η) φωτοαντίγραφο της υπ’ αρίθ. 833/07 Ένορκης Βεβαίωσης, (14θ) φωτοαντίγραφο της υπ’ αρίθ. 863/07 Ένορκης Βεβαίωσης, (14ι) φωτοαντίγραφο της υπ’ αρίθ. 868/2007 Ένορκης Βεβαίωσης, (14ια) φωτοαντίγραφα των υπ’ αρίθ. 105321 και 105323 Πληρεξουσίων, (14ιβ) φωτοαντίγραφα των από 12-05-1989 και 22-08-1989 Ιδιωτικών Συμφωνητικών, (14ιγ) φωτοαντίγραφο της από 20-07-2006 Ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, (14ιδ) φωτοαντίγραφο Βεβαίωσης Μηχανικού του Φεβρουαρίου 2009, (14ιε) φωτοαντίγραφο της υπ’ αρίθ. 48.706 Πρόσκλησης Δανειστών, (14ιστ) φωτοαντίγραφο Γραπτών Εξηγήσεων του Μιχαήλ Καραΐσκου, Ενώπιον του Πταισματοδίκη Νίκαιας, (14ιζ) φωτοαντίγραφο Συμπληρωματικής Ένορκης Εξέτασης Μηνυτή, (14ιη) φωτοαντίγραφο του από 07-04-2007 Υπομνήματος, Ενώπιον του κ. Πταισματοδίκη Νίκαιας, (14ιθ) φωτοαντίγραφο της από 09-10-2006 Μήνυσης – Έγκλησης, -15- 387 φύλλα, σε φωτοαντίγραφο, σχετιζόμενα με την υπ’ αρίθ. ΑΒΜ Φ.2012/3491 διενεργούμενη Κύρια Ανάκριση, τα οποία βρέθηκαν σταχυολογημένα με λάστιχο, -16- ένα φάκελο δικογραφίας, με χειρόγραφη σημείωση «ΒΑΡΕΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ», που περιέχει 418 φύλλα, σε φωτοαντίγραφο, -17- φωτοαντίγραφο του από 04-07-2012 εγγράφου, υπογεγραμμένο από τον Ε. Α. Καλούση, με τίτλο KALOUSSIS & PARTNERS – ΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ, -18- ένα φύλλο Α4, με χειρόγραφες σημειώσεις και στις δύο όψεις, με τίτλο «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ» και «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ -2-», -19- ένα φάκελο με χειρόγραφη σημείωση «ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ», που περιέχει 7 βιογραφικά δικηγόρων, επί των οποίων τέθηκαν α/α (19α) έως (19ζ), -20- ένα χαρτόνι, τετράγωνο, με χειρόγραφες σημειώσεις ονομάτων και ιδιοτήτων, -21- μία επαγγελματική κάρτα της «KALOUSSIS & PARTNERS – ΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ», -22- ένα μπλοκ μάρκας CARE, με χειρόγραφες σημειώσεις στα τρία πρώτα φύλλα αυτού, -23- μία επαγγελματική σφραγίδα του ΚΑΛΟΥΣΗ Α. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, με την ένδειξη που εμφαίνεται στο τέλος της παρούσας έκθεσης, (Β) στο γραφείο του ΔΑΛΛΑ Θεοφάνη, βρέθηκε πλήθος φακέλων δικογραφιών οι οποίοι δεν κατασχέθηκαν. Ενδεικτικά, ορισμένοι εξ αυτών αφορούν τους ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΥ Μαρία, ΜΠΑΚΑΟΥΚΑ Σταμάτιο, KULLA Vjollca, ΣΑΡΑΚΙΝΟ Σπύρο, ΒΑΚΑΛΗ Στέλιο, ΝΙΚΟΛΑΙΟΥ Αθηνά, ΦΡΑΓΚΟΥ Ιωάννα, PAPA Niko, ΧΑΤΖΗΜΗΤΡΟ Ιγνάτιο, ΦΕΣΑΤΟ Γιώργο, ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ Στυλιανού, ΣΚΥΛΑΚΑΚΗ Γεώργιο, ΚΟΡΟΜΠΙΛΙΑ Παναγιώτα, ΜΙΣΣΑΚΙΑΝ Περούς, ΠΑΤΣΗ Μάριο, ΜΙΧΑΗ Αντώνιο, ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ Διονυσία, TERKUCI Ergest, ΤΖΑΒΕΛΛΑ Δημήτριο, ΜΙΧΑΗΛ Χριστίνα και ΑΓΓΕΛΑΚΑΡΗ Χρήστο. Στο εν λόγω γραφείο βρέθηκε και κατασχέθηκε μία κεντρική μονάδα Η/Υ, μάρκας Inn Vator με επαυξημένο αριθμό NO9-02314, (Γ) σε τρίτο γραφείο βρέθηκε, πλην όμως δεν κατασχέθηκε, δικογραφία με εντολέα τον ΣΤΕΡΓΙΟΥ και την εταιρεία ΔΑΝΑΟΣ FRUITS ΚΑΤΑ ΑΝΝΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗ. Στο εν λόγω γραφείο βρέθηκε και κατασχέθηκε μία μονάδα Η/Υ, μάρκας DELL, με σειριακό αριθμό BN3DLLS, (Δ) σε χώρο που χρησιμοποιείται ως γραφείο υποδοχής βρέθηκαν και κατασχέθηκαν -1- ντοσιέ, με λεζάντα  “ΚΑΛΟΥΣΗΣ Α. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ – ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (Ατομική Επιχείριση)”, που περιέχει την από 02-05-2012 Βεβαίωση Μεταβολής Εργασιών Φυσικού Προσώπου Επιτηδευματία, με αριθμό 863, την υπ’ αρίθ. 173 Βεβαίωση Μεταβολής Ατομικών Στοιχείων Φυσικού Προσώπου, την υπ’ αρίθ. 179 Βεβαίωση Έναρξης Εργασιών Φυσικού Προσώπου Επιτηδεύματα, την υπ’ αρίθ. 393 Βεβαίωση Διακοπής Εργασιών Φυσικού Προσώπου Επιτηδευματία, το από 16-03-2012 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Επαγγελματικής Μίσθωσης και την από 30-04 Έγκριση Αίτησης Εγγραφής, -2- ένα φάκελο με χειρόγραφη σημείωση «Αλληλογραφία» που περιέχει δύο φύλλα Α4 με χειρόγραφες σημειώσεις και εκτυπώσεις E-Μail και -3- ένα μπλοκ Απόδειξης Παροχής Υπηρεσιών (της εταιρείας) (διαγράφονται δύο λέξεις) του ΚΑΛΟΥΣΗ Α. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ – Συμβούλου Επιχειρήσεων – Παροχή Νομικών Υπηρεσιών. Εντός του εν λόγω γραφείου βρέθηκε και κατασχέθηκε μία μονάδα Η/Υ, μάρκας DELL με σειριακό αριθμό HXBWJ23.».
Παράλληλα, στο από 13 Ιουλίου 2012 (Αρίθμ. Πρωτ.: 3021/8/594-στ’) έγγραφο της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Δ/ΝΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΥΠΟΔ/ΝΣΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (ΑΒΜ: ΔΦ2012/863), με θέμα «υποβολή δικογραφίας – αποστολή συνοδείας» (Σχ. 12) αναγράφονται, μεταξύ άλλων, επί λέξει τα εξής: «Όπως προέκυψε από την διενεργηθείσα προανάκριση, την 30-04¬2012 ο (α) συλληφθείς, µέσω εξουσιοδοτημένου για το σκοπό αυτό φοροτεχνικού, προέβη σε υποβολή δήλωσης έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου (ατομικής επιχείρησης) στη ΚΑ΄ ΔΟΥ Αθηνών, με επαγγελματική διεύθυνση την Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας αρ. 131, πρωτεύουσα δραστηριότητα «Υπηρεσίες παροχής επιχειρηματικών συμβουλών και άλλων συμβουλών διαχείρισης» και δευτερεύουσα «Υπηρεσίες παροχής νομικών συμβουλών και νομικής εκπροσώπησης». Επειδή δεν προσκομίσθηκε η απαιτούμενη βεβαίωση από το Δικηγορικό Σύλλογο, η δευτερεύουσα δραστηριότητα μεταβλήθηκε σε «Άλλες νομικές υπηρεσίες», που περιλαμβάνουν υπηρεσίες ασκούμενου δικηγόρου, δικαστικού επιμελητή, δικολάβου, και μεσεγγύησης και συμβιβασμού ακίνητης περιουσίας. Από την αρμόδια ΔΟΥ (ΚΑ΄ Αθηνών) θεωρήθηκαν με τα στοιχεία του (α) συλληφθέντα, στις 2-5-2012, i) Μηνιαία κατάσταση βιβλίου Εσόδων – Εξόδων, με αρίθμηση από 1 έως 50 και ii) Μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, με αρίθμηση από 1 έως 50.
Το διαμέρισμα πρώτου ορόφου της Βασιλίσσης Σοφίας 131 στην Αθήνα, ενοικιάσθηκε από, τον (α) συλληφθέντα, την 16-03-2012, προκειμένου, σύμφωνα µε τους όρους χρήσης του σχετικού συναφθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, να χρησιμοποιηθεί ως έδρα επιχείρησης-εταιρίας παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών (Νομικών, Οικονομικών, κλπ) µε ειδικούς συνεργάτες απασχολούμενους δικηγόρους.
Πρωινές ώρες της 12-07-2012, διενεργήθηκε από την Υπηρεσία µας έρευνα, παρουσία εκπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, σε διαμέρισμα πρώτου ορόφου επί της Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας αρ. 131, που έφερε στην εξώπορτα την επιγραφή: «Ε. ΚΑΛΟΥΣΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ. και «ΚALOUSSIS & PARTNERS LAW OFFICES •. Εντός αυτού ανευρέθηκαν οι (α) και (β) συλληφθέντες, η γραμματέας ΚAPAMΠOYΛIA – ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ Δέσποινα, ενώ κατά τη διάρκεια της έρευνας προσήλθε και η (γ) συλληφθείσα. Κατά την έρευνα βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, στο χώρο που χρησιμοποιούσε ως γραφείο ο (α) συλληφθείς:
Η από 10-07-2012 υπεύθυνη δήλωση του (α) συλληφθέντα, µε θεωρημένο γνήσιο υπογραφής από το ΚΕΠ Δήμου Αθηναίων, στην οποία δηλώνει ότι: «έχω παραχωρήσει στο συνεργάτη µου Θεοφάνη ΔΑΛΛΑ του Βασιλείου, δικηγόρο Αθηνών, άνευ ανταλλάγματος, γραφειακό χώρο εντός της επαγγελματικής µου εγκατάστασης (Συμβουλευτική επιχείρηση παροχής νομικών υπηρεσιών – Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας 131-10ς όροφος) προκειμένου να συνεργαστεί μαζί µου».
Φάκελος που φέρει εξωτερικά την χειρόγραφη ένδειξη: «Υποθέσεις από φυλακές» ο οποίος, μεταξύ άλλων, περιέχει τέσσερις (4) εξουσιοδοτήσεις εγκλείστων του Καταστήματος Κράτησης Ναυπλίου, όλες µε ημερομηνία 5-¬6-2012 και θεώρηση γνησίου υπογραφής από το κατάστημα κράτησης, σύμφωνα µε ης οποίες εξουσιοδοτείται η (γ) συλληφθείσα, δικηγόρος Χρυσάνθη ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ, προκειμένου να λάβει αντίγραφα εκκρεμών υποθέσεων που τους αφορούν και να τους εκπροσωπήσει δικαστικά. Ο ίδιος φάκελος περιέχει και φύλλο Α4 µε ιδιόχειρες σημειώσεις που αφορούν κάποια από τα πρόσωπα των προαναφερθέντων εξουσιοδοτήσεων µε σχόλια για τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων τους.
Μηχανική σφραγίδα µε εντύπωμα: «ΚΑΛΟΥΣΗΣ Α. ΕΥΑΓΓΕΛ0Σ-¬ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛ0Σ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ-ΛΕΩΦ. ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ 131-¬Τ.Κ. 11521 ΑΘΗΝΑΙ ΤΗΛ: 210.6410070-ΑΦΜ:Ο30028068 – ΔΟΥ: ΚΑ’ ΑΘΗΝΩΝ».
Φ/φα τριών (3) υποθέσεων-δικογραφιών.
Στην Υπηρεσία µας προσήχθη και εξετάσθηκε ενόρκως η ΚΑΡΑΜΠΟΥΛΙΑ-ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ Δέσποινα, απασχολούμενη ως γραμματέας στα γραφεία της Βασιλίσσης Σοφίας 131, από την 19-06-2012, οπότε και προσελήφθη από τον (α) συλληφθέντα. Η ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ κατέθεσε ότι προέβη στην καταχώρηση διαφημίσεων σε. έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, καταχωρίσεις που πέραν από τα στοιχεία επικοινωνίας περιλάμβαναν τη φωτογραφία του (α) συλληφθέντα και τη φράση «ΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ?» . Όπως κατέθεσε επίσης, ο (α) συλληφθείς της είχε αναφέρει ότι έχει συστήσει ο ίδιος την εταιρεία, η οποία προσφέρει νομικές υπηρεσίες και επειδή ο ίδιος δεν δικηγορεί στα δικαστήρια θα πηγαίνουν άλλοι δικηγόροι αντί αυτού. Επίσης η εξετασθείσα αναφέρθηκε σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που λάμβαναν, με ερωτήματα πολιτών τα οποία απαντούσε ο (α) συλληφθείς χειρόγραφα, γεγονός που επιβεβαιώνεται σχετικά από πειστήρια της Έκθεσης Έρευνας σε Γραφείο και Κατάσχεσης (πειστήριο µε α/α Δ-2). Τέλος, αναφέρθηκε σε επίσκεψη στο χώρο της εταιρίας, 2 αντρών, τις αμέσως προηγούμενες ημέρες, οι οποίοι συζήτησαν µε τον (α) συλληφθέντα νομικό τους θέμα και στους οποίους η γραμματέας ΚΑΡΑΜΠΟΥΛΙΑ-ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ έκοψε απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Σχετικά κατασχέθηκε μπλοκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, της ατομικής επιχείρησης ΚΑΛΟΥΣΗΣ Α. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, θεωρημένο από τη ΚΑ’ ΔΟΥ Αθηνών, από το οποίο, την 11-07-2012, εκδόθηκε η µε α/α 01 τριπλότυπη απόδειξη µε περιγραφή εργασίας «παροχή νομικών συμβουλών» και ύψος αμοιβής 110,70 € συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (πειστήριο µε α/α Δ-3).
Απολογούμενοι οι συλληφθέντες αρνήθηκαν τις σε βάρος τους κατηγορίες.  .
Συγκεκριμένα, απολογούμενος ο (α) συλληφθής επικαλέστηκε μεταξύ άλλων την Κοινοτική Οδηγία 123/2006 µε την οποία καταργούνται οι περιορισμοί που ίσχυαν σε επαγγέλματα και επιτρέπεται η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από οποιονδήποτε κατέχει σχετικό επιστημονικό πτυχίο ή είναι γνώστης του ανάλογου επιτηδεύματος. Ακόμη ανέφερε ότι νομική μορφή της εταιρείας του είναι ατομική επιχείρηση, ως νομικού συμβούλου επιχειρήσεων. Τέλος ανέφερε ότι ούτε οι (β), (γ) συλληφθέντες, ούτε τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στην ταμπέλα της εταιρείας είναι μέτοχοι αυτής.
Ο (β) συλληφθής ανέφερε πως τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους δέχτηκε πρόταση από τον (α) συλληφθέντα να μεταφέρει την έδρα του στα γραφεία του τελευταίου, στη Βασιλίσσης Σοφίας 131, την οποία και αποδέχτηκε. Προ δεκαημέρου ολοκλήρωσε την μεταφορά των φακέλων και του προσωπικού Η/Υ, ενώ εκκρεμεί το ζήτημα της αλλαγής της μεταφοράς έδρας στη ΔΟΥ Α’ Πειραιά και ακολούθως στο Δ.Σ.Α. Επίσης ανέφερε ότι δεν έχει συστήσει µε τον (α) συλληφθέντα καμία εταιρεία, εμφανή ή αφανή και πως η (γ) συλληφθείσα ομοίως συστεγάζoνταν στα ίδια γραφεία.
Η (γ) συλληφθείσα απολογούμενη ανέφερε ότι δέχτηκε σχετικό αίτημα του (α) συλληφθέντα να συμπεριληφθεί το όνομα της στην ταμπέλα της εταιρείας του, μαζί µε ονόματα άλλων δικηγόρων. Η ίδια διατηρεί γραφείο στην οδό Μαυρομιχάλη και δεν έχει αλλάξει ή προτίθεται να αλλάξει την έδρα της. Και αυτή ανέφερε ότι δεν έχει εταιρική σχέση µε τον (α) συλληφθέντα.».
Όπως εκτέθηκε αναλυτικά και ανωτέρω, νόμιμη βάση της υπό κρίση αίτησής μας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 40 παράγρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμφωνα με την οποία «Ο ειδικός Δικηγορικός Σύλλογος μπορεί να ζητήσει, με αίτηση που υποβάλλεται στο ειρηνοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τη σφράγιση του γραφείου ή καταστήματος, όπου ασκούνται οι παράνομες ενέργειες, που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους.».
Παράλληλα, όπως σημειώσαμε και στο εισαγωγικό της παρούσας δίκης δικόγραφο, ο καθ’ ου έχει θέση σε λειτουργία ιστοσελίδα προβολής του μορφώματος που έχει συστήσει στο διαδίκτυο, φιλοξενούμενη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.kaloussis.gr/, όπου παρατίθενται λεπτομερώς (και μάλιστα σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, Αγγλικά και Ρωσικά…) οι παρεχόμενες υπηρεσίες. Η ύπαρξη και λειτουργία της ιστοσελίδας αυτής είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την παράνομη λειτουργία της δήθεν εταιρίας, στην πραγματικότητα όμως του προσωπικού γραφείου, του Ευάγγελου Καλούση, καθώς χρησιμοποιείται σε συστηματική βάση τόσο για την προσωπική προβολή του καθ’ ου και των παρεχόμενων από αυτών υπηρεσιών, όσο και για την προσέλκυση πελατείας και τη διευκόλυνση της επικοινωνίας των πολιτών – εντολέων με τον καθ’ ου και εντέλει της ίδιας της πρόσβασης των τελευταίων στο γραφείο του.
Από την άλλη πλευρά, δικαιολογητικό λόγο της θέσπισης της ως άνω διάταξης του άρθρου 40 παράγρ. 3 του ν.δ. 3026/1954 αποτέλεσε αναμφισβήτητα η πρόθεση του ιστορικού νομοθέτη που διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι σήμερα και μετά την ισχύ του ν. 3919/2011, να εμποδίσει και να παύσει ενέργειες που συνιστούν αντιποίηση της άσκησης της δικηγορίας, τερματίζοντας τη λειτουργία γραφείων όπου λαμβάνει χώρα, κατά τρόπο παράνομο, η παροχή νομικών υπηρεσιών. Ωστόσο, η γραμματική διατύπωση της εν λόγω διάταξης δεν λαμβάνει υπόψη – εξαιτίας του χρόνου θέσπισής της (1954) – άλλους τρόπους προβολής και υποβοήθησης ενεργειών που συνιστούν αντιποίηση της δικηγορίας, οι οποίοι έχουν προκύψει εξαιτίας της τεχνολογικής εξέλιξης κατά την πρόοδο του χρόνου. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα στη χρήση των παρεχόμενων από το διαδίκτυο (internet) και, πιο συγκεκριμένα, στη λειτουργία ιστοσελίδων που στη σύγχρονη εποχή λειτουργούν ως μέσα προβολής και διαφήμισης παρεχόμενων υπηρεσιών, προσώπων και εταιριών, προσδίδοντάς τους ιδιαίτερη αναγνωρισιμότητα και συμβάλλοντας στην ανάπτυξή τους, διευκολύνοντας παράλληλα την πρόσβαση του κοινού σε αυτές και την εν γένει επικοινωνία του με αυτές.
Επομένως, η συγκεκριμένη διάταξη – ερμηνευόμενη διασταλτικά και εξελικτικά ώστε να προσαρμόζεται στην τρέχουσα εποχή και στην επελθούσα τεχνολογική εξέλιξη – πρέπει να θεωρηθεί ότι υπό την έννοια της «σφράγισης του γραφείου ή καταστήματος, όπου ασκούνται οι παράνομες ενέργειες» περιλαμβάνει πλέον και τη λειτουργία άλλων μέσων, όπως εν προκειμένω της ιστοσελίδας, που τελούν σε αναπόσπαστη σχέση και εξάρτηση με τη λειτουργία του γραφείου το οποίο χρησιμοποιείται για την αντιποίηση της άσκησης δικηγορίας. Κατόπιν τούτων, η παύση λειτουργίας της επίμαχης ιστοσελίδας που διατηρεί ο καθ’ ου και χρησιμοποιείται για την προβολή του προσωπικού του γραφείου, το οποίο λειτουργεί παράνομα, τελώντας προφανώς σε αναπόσπαστη σχέση με την ύπαρξη αυτού, επιβάλλεται να διαταχθεί με απόφαση του Δικαστηρίου Σας, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 40 παράγρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, διασταλτικά, εξελικτικά και σύμφωνα με το πνεύμα αυτής ερμηνευόμενης.
Σε κάθε περίπτωση, η παύση λειτουργίας της εν λόγω ιστοσελίδας, αλλά και της χρήσης κάθε άλλου διακριτικού γνωρίσματος του εν λόγω μορφώματος, μπορεί να διαταχθεί με απόφαση του Δικαστηρίου Σας και ως ασφαλιστικό μέτρο κατά του καθ’ ου, ενόψει του αυταπόδεικτου άμεσου και επικείμενου κινδύνου επέλευσης ζημίας σε βάρος ημών ως αιτούντων αλλά και εκείνου που υφίσταται αναφορικά με την παραπλάνηση του κοινού – εν δυνάμει εντολέων, προς τους οποίους απευθύνεται ο καθ’ ου παρέχοντας δήθεν νομικές υπηρεσίες. Μάλιστα, το εν λόγω μέτρο τυγχάνει απόλυτα πρόσφορο ενόψει του ότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η λειτουργία της εν λόγω ιστοσελίδας τελεί σε αναπόσπαστη συνοχή και εξάρτηση με την παράνομη λειτουργία του προσωπικού γραφείου του καθ’ ου, την ύπαρξη και λειτουργία του οποίου προβάλει και προωθεί μέσω του διαδικτύου σε μεγάλο αριθμό προσώπων, διευκολύνοντας την επικοινωνία τους με τον καθ’ ου προς το σκοπό της παροχής προς αυτούς δικηγορικών υπηρεσιών. Άλλωστε, η ενδεχόμενη διατήρηση της ανάρτησης της εν λόγω ιστοσελίδας – ακόμα και παρά τη σφράγιση των γραφείων του καθ’ ου – θα είχε ως αποτέλεσμα στην πραγματικότητα τη συνέχιση της παράνομης δραστηριότητας του τελευταίου, η οποία συνίσταται στην αντιποίηση της άσκησης της δικηγορίας, καθώς ουδόλως θα παρεμποδιζόταν η διευκόλυνση της επικοινωνίας του κοινού με τον καθ’ ου (ενδεχομένως τηλεφωνικά) και η πρόσβασή του σε αυτόν, ακόμα και αν είχε προηγηθεί μεταστέγαση των παράνομων γραφείων και, σε κάθε περίπτωση, θα συνεχιζόταν η διαφήμιση και προβολή του Ευάγγελου Καλούση ως δήθεν παρέχοντος νομικές-δικηγορικές  υπηρεσίες. Περαιτέρω, λαμβανομένης υπόψη της προκλητικής συμπεριφοράς του να εμμένει σε ενέργειες που συνιστούν αντιποίηση της δικηγορίας, επιβάλλεται να απειληθεί κατά του αντιδίκου χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1.000 €) για κάθε ημέρα – μετά την έκδοση της απόφασης – κατά την οποία θα διατηρεί την ανάρτηση της εν λόγω παραπλανητικής ιστοσελίδας και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους για κάθε παράβαση της εκδοθησόμενης απόφασης, καθώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 946 και 947 ΚΠολΔ. Πρέπει, τέλος, για να αποφευχθεί κάθε ενδεχόμενο περαιτέρω παραπλάνησης των πολιτών και για λόγους εν γένει προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, να υποχρεωθεί ο αντίδικος – με απόφαση του Δικαστηρίου Σας – να προβεί στην αφαίρεση κάθε διακριτικού γνωρίσματος που συνδέει τη λειτουργία του γραφείου του με την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών και στην παράλειψη της χρήσης του στο μέλλον.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών επιχειρεί να διασφαλίσει το δικηγορικό λειτούργημα και τη σύννομη λειτουργία της Δικαιοσύνης ενάντια σε ένα πρόσωπο, πολλώ δε μάλλον αποπεμφθέντα δικαστικό λειτουργό, ο οποίος – μέσω του ως άνω μορφώματος που έχει συστήσει – αντιποιείται τη δικηγορική ιδιότητα και ύλη μέσω της αθέμιτης διαφήμισης υπηρεσιών που προσιδιάζουν, μόνο στο δικηγορικό λειτούργημα. Πράγματι, οι ενέργειες του καθ’ ου δημιουργούν μείζον ζήτημα παραπλάνησης του κοινού και εντέλει ορθής και αποτελεσματικής λειτουργίας του ίδιου του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης καθώς το σύνολο της ύλης και των διαδικασιών που φέρεται να μετέρχεται ο τελευταίος αποτελούν μέρος του δικαιικού μας συστήματος και του εν γένει νομικού μας πολιτισμού και ως τέτοιες προϋποθέτουν την εκπροσώπηση του πολίτη που προσφεύγει στη Δικαιοσύνη μέσω Δικηγόρου, η παρουσία και παρέμβαση του οποίου γίνεται αντιληπτή διαχρονικά από τον ιστορικό νομοθέτη ως εχέγγυο αποτελεσματικής και σύμφωνης με το νόμο διεκπεραίωσης των εν λόγω υποθέσεων.
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Η παρέμβαση του Δικαστηρίου Σας προκειμένου να διαταχθεί η σφράγιση του παράνομου γραφείου που διατηρεί ο καθ’ ου, αλλά και η απαγόρευση της υπ’ αυτού χρήσης και επίκλησης κάθε λογής διακριτικού γνωρίσματος, επιβάλλεται να είναι άμεση, καθώς κάθε ημέρα συνέχισης της λειτουργίας του εν λόγω γραφείου και διατήρησης της ανάρτησης της ως άνω ιστοσελίδας συντελούν στη μεγιστοποίηση του κινδύνου παραπλάνησης και εξαπάτησης του κοινού από τον αντίδικο που εμμένει να εμφανίζεται ως δήθεν νόμιμα παρέχων νομικές υπηρεσίες, ενώ περαιτέρω θέτει υπό διακινδύνευση και την ίδια την αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων του ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών, μιας και ενδεχομένως αυτή να ανατεθεί σε πρόσωπο (δηλαδή τον αντίδικο) μη δικαιούμενο – σύμφωνα με το νόμο – να ενεργήσει τα δέοντα και προβλεπόμενα.
Σε κάθε περίπτωση και όλως επικουρικά, όπως αναπτύξαμε και κατά την ακροαματική διαδικασία, επισημαίνεται πως η ενώπιον του Δικαστηρίου Σας συζήτηση διεξάγεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενόψει του ότι αυτό προβλέπεται ρητά, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 40 παράγρ. 3 του ν.δ. 3026/1954, αποκλειόμενης της τακτικής διαδικασίας, γεγονός που σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ο επικείμενος κίνδυνος για τα συμφέροντα του αιτούντος, ο οποίος ωστόσο στην υπό κρίση περίπτωση έχει αποδειχτεί πλήρως από τα προαναφερθέντα. Δικαιολογητικός λόγος της εν λόγω ρύθμισης υπήρξε αναμφισβήτητα, όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, η πρόθεση του ιστορικού νομοθέτη να εμποδίσει και να παύσει ενέργειες που συνιστούν αντιποίηση της άσκησης της δικηγορίας, τερματίζοντας άμεσα και αποτελεσματικά τη λειτουργία γραφείων όπου λαμβάνει χώρα, κατά τρόπο παράνομο, η παροχή νομικών υπηρεσιών, προασπίζοντας έτσι τη δικηγορία ως δημόσιο λειτούργημα και τα ίδια τα συμφέροντα των πολιτών που αναζητούν νομικό παραστάτη.
Η φύση του υπό κρίση ενδίκου βοηθήματος και ο χαρακτήρας της σχετικής διαφοράς αποσαφηνίζεται και από τη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας. Ενδεικτικά παραθέτουμε την εξής σκέψη: «Οι διαφορές όμως αυτές δεν αποτελούν ασφαλιστικά μέτρα με την έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, όπως είναι τα προβλεπόμενα απο τα άρθρα 704-738, ούτε ρυθμιστικά καταστάσεως, εξομοιούμενα προς αυτά, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 378, 632 § 2, 644 § 2, 912 § 2, 918 § 5, 929 § 3,938 § 3, 994, 1019 § 1 ΚΠολΔ, αλλ’ απλώς για την ταχύτερη εκδίκασή των δικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Με την απόφαση δηλαδή του μονομελούς πρωτοδικείου δε διατάσσεται ασφαλιστικό μέτρο, ούτε ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται τέτοιο, αλλά τέμνεται οριστικά η διαφορά. Γι’ αυτό η ως άνω παραπομπή για την εκδίκαση των εν λόγω διαφορών στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δε νοείται και σ’ εκείνες τις διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικά στα ως άνω ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία, κατά το άρθρο 682, διατάσσονται για την εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή ρύθμιση καταστάσεως. Επομένως η παραπομπή αυτή δεν αφορά και το ανωτέρω άρθρο διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το άρθρο αυτό δεν αφορά τη «διαδικασία», ήτοι την πορεία της δίκης μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης, αλλά τα κατά της τελευταίας ένδικα μέσα, το καθιερούμενο απ’ αυτό ασυγχώρητο της ασκήσεως των ενδίκων μέσων αναφέρεται μόνο στις αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις για ασφαλιστικά μέτρα ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεων περί αυτών, δηλαδή σε περιπτώσεις που η απόφαση έχει προσωρινή ισχύ, μη επηρεάζουσα την κυρία υπόθεση (695 ΚΠολΔ) κι δύναται να ανακληθεί η μεταρρυθμιστεί (696 και 697 ΚΠολΔ) και όχι σε αποφάσεις με τις οποίες τέμνεται οριστικά η διαφορά, η εκδίκαση της οποία και μόνο έγινε, χάριν του ανωτέρω σκοπού, κατα τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και οι οποίες δε μπορούν να ανακληθούν ή μεταρρυθμιστούν.» (ΟλΑΠ 754/1986, ΝοΒ 1987, 380 = ΤΝΠ ΔΣΑ και ΝΟΜΟΣ.).
ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΗΘΕΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΜΑΣ ΠΕΡΙ ΣΦΡΑΓΙΣΗΣ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΟΥ
Η πλευρά του αντιδίκου χαρακτήρισε την εκ μέρους μας υποβολή του αιτήματος σφράγισης του γραφείου του ως δήθεν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, επικαλούμενη, όλως αόριστα, προσχηματικά και αναπόδεικτα, δήθεν ζημία που θα υποστεί ο εκμισθωτής του ακινήτου από ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά και ο ίδιος ο αντίδικος ως μισθωτής, σπεύδοντας μάλιστα να χαρακτηρίσει το εν λόγω μέτρο ως «υπερβολικό και μη επιβαλλόμενο». Προφανώς ο αντίδικος παραβλέπει το γεγονός πως ο προσδιορισμός του εν λόγω αιτήματος δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα της βούλησης ημών των αιτούντων, αλλά ως προϊόν της ίδιας της βούλησης του ιστορικού νομοθέτη, ο οποίος μέσω της διάταξης του άρθρου 40 παράγρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προέβλεψε συνειδητά και επί λέξει την εν λόγω κύρωση, θεωρώντας την προφανώς ως μοναδικό και αποτελεσματικότερο όλων τρόπο αντιμετώπισης ενεργειών που συνιστούν αντιποίηση της δικηγορικής ιδιότητας, όπως εν προκειμένω. Κατά συνέπεια, ουδέν θέμα χαρακτηρισμού του εν λόγω αιτήματος ως καταχρηστικού τίθεται, πολλώ δε μάλλον αντικατάστασής του ως κύρωσης από άλλο ενδεχομένως ηπιότερο, καθώς αυτό θα είναι πλήρως αναποτελεσματικό.

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΑΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ ΜΑΣ
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου Σας ένορκη εξέτασή του ο μάρτυρας Δημήτριος Παξινός, τέως Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αναφέρθηκε στον παράνομο χαρακτήρα των ενεργειών του αντιδίκου, τονίζοντας τον προκλητικό και πρωτοφανή τρόπο εκδήλωσής τους, που καταδεικνύει πλήρη περιφρόνηση προς τις σχετικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Περιέγραψε λεπτομερώς τις ενέργειες του αντιδίκου οι οποίες συνιστούν αντιποίηση του δικηγορικού λειτουργήματος, παραπέμποντας ενδεικτικά στην πολλαπλή υπ’ αυτού χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων «Kaloussis & Partners – Law Firm», που μεταφραζόμενα υποδηλώνουν τη λειτουργία δικηγορικής εταιρίας, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του κ. Καλούση (πράγματι, όπως προεκτέθηκε, αν ο τελευταίος ήθελε να μεταφράσει στην αγγλική γλώσσα τον όρο «νομικές υπηρεσίες», όφειλε να τον έχει αποδώσει ως “legal services”).
Παράλληλα, επεσήμανε ότι η μόνη προβλεπόμενη από τις ισχύουσες διατάξεις και, κατά συνέπεια, αποδεκτή μορφή σύμπραξης φυσικών προσώπων για την παροχή νομικών υπηρεσιών από νομικό πρόσωπο, είναι αυτή της σύστασης Αστικής Επαγγελματικής Δικηγορικής Εταιρίας, σύμφωνα με τους ορισμούς των περιεχόμενων στο π.δ. 81/2005 διατάξεων. Συνέχισε μάλιστα λέγοντας πως ο αντίδικος δεν έχει, κατά το νόμο, τη δυνατότητα συμμετοχής του σε ένα τέτοιο σχήμα εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν κατέχει τη δικηγορική ιδιότητα, την οποία άλλωστε δεν θα μπορούσε να αποκτήσει εξαιτίας της αμετάκλητης καταδίκης του για σειρά πειθαρχικών παραπτωμάτων, η οποία και επέφερε την αποπομπή του από το δικαστικό σώμα.
Επιπρόσθετα, τόνισε τον υψηλό και άμεσο κίνδυνο που υφίσταται ως προς την παραπλάνηση και εξαπάτηση των πολιτών εξαιτίας των παράνομων ενεργειών, που – κατά τρόπο προκλητικό και πρωτοφανή για τα δεδομένα του νομικού κόσμου της χώρας – μετέρχεται ο Ευάγγελος Καλούσης, αντιποιούμενος τη δικηγορική ιδιότητα, ευτελίζοντας την παροχή νομικών υπηρεσιών και εξισώνοντάς την με την εμπορική δραστηριότητα. Σημείωσε μάλιστα ότι η εξακολούθηση της χρήσης των πάσης φύσεως διακριτικών γνωρισμάτων, κυρίως δε η διατήρηση της ανάρτησης της ως άνω ιστοσελίδας, μεγιστοποιούν τον εν λόγω κίνδυνο, συντελώντας στην περαιτέρω προβολή και διαφήμιση του προσωπικού γραφείου του αντιδίκου, γεγονότα που – κατά τον ίδιο – δικαιολογούν απόλυτα την έγερση της υπό κρίση αίτησης κατά του αντιδίκου, για λόγους προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και εν γένει προάσπισης της εύρυθμης λειτουργίας της Δικαιοσύνης ως θεσμού.
Τέλος, ως προς τις περιεχόμενες στην ως άνω ιστοσελίδα αναφορές του αντιδίκου μέσω των οποίων υπόσχεται στους πολίτες – εντολείς ταχύτερες δήθεν διαδικασίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών τους, ο εν λόγω μάρτυρας τόνισε απερίφραστα ότι μέσω αυτών ο κ. Καλούσης αφήνει να εννοηθεί ότι υφίσταται δήθεν κάποιος τρόπος παράκαμψης των συνήθων και προβλεπόμενων από το νόμο δικονομικών διαδικασιών, που προϋποθέτουν την ανάθεση των υποθέσεων σε δικηγόρο, τις οποίες διαδικασίες έχει τη δυνατότητα να υπερπηδήσει αυτό και μόνο, κατά αντιδιαστολή προς το μέσο δικηγόρο (άγνωστο φυσικά το πως…).

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΑΣ ΑΝΩΜΟΤΙ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥ
Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου Σας ανωμοτί εξέτασή του ο αντίδικος επικαλέστηκε τη δήθεν επελθούσα απελευθέρωση της διαδικασίας παροχής νομικών υπηρεσιών μέσω της ψήφισης του νόμου 3919/2011 και της οδηγίας 123/2011 ως δήθεν νομιμοποιητικό θεμέλιο της επαγγελματικής δραστηριότητας στην οποία επιδίδεται εσχάτως ως παρέχων νομικές υπηρεσίες, αποσιωπώντας φυσικά το γεγονός ότι οι διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων αναφορικά με τις προϋποθέσεις εισόδου στο δικηγορικό σώμα και το καθεστώς παροχής νομικών υπηρεσιών παραμένουν σε πλήρη ισχύ μέχρι και σήμερα, απαγορεύοντας σε μη δικηγόρο την ενασχόλησή του με τον τομέα της παροχής νομικών υπηρεσιών.
Παραδέχτηκε ότι δεν κατέχει τη δικηγορική ιδιότητα, ωστόσο, ομολόγησε ότι, ως διευθυντής και εταίρος της υπό αυτού συσταθείσας «εμπορικής εταιρίας», όπως επί λέξει τη χαρακτήρισε, προβαίνει ως κάτοχος πτυχίου Νομικής και μόνο, στη μελέτη φακέλων, στη σύνταξη και στην εν γένει προετοιμασία δικογράφων και στην παροχή προς τους εντολείς αυτού νομικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών, ενέργειες όμως οι οποίες προσιδιάζουν αποκλειστικά και μόνο στο δικηγορικό λειτούργημα. Περαιτέρω, προσέθεσε ότι τη διαδικασία κατάθεσης των εν λόγω δικογράφων ενώπιον των αρμόδιων δικαστηριακών υπηρεσιών, όπως και εκείνη της παράστασης και νομικής εκπροσώπησης των εντολέων του ενώπιον των Δικαστηρίων αναλαμβάνουν οι «έγκριτοι συνεργάτες του δικηγόροι», όπως επί λέξει τους χαρακτήρισε, ομολογώντας στην πραγματικότητα με τον τρόπο αυτόν την υπ’ αυτού de facto σύσταση και μέχρι σήμερα παράνομη λειτουργία μιας «δικηγορικής» εταιρίας με εμφανή εταίρο τον ίδιο και αφανείς τους συνεργάτες του.

Αξιοσημείωτο τυγχάνει το γεγονός ότι την 17-7-2012, δηλαδή μία ημέρα μετά την ενώπιον του Δικαστηρίου Σας συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης, ο αντίδικος έσπευσε να απομακρύνει τις επιγραφές με τα ονόματα των συνεργατών του δικηγόρων και, κατά δήλωσή του, μετόχων της εταιρίας του από τον πρώτο όροφο του επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας αρ. 131 κτηρίου, δηλαδή έξωθεν του γραφείου του, διατηρώντας ωστόσο στον ίδιο χώρο την επιγραφή «Ε. ΚΑΛΟΥΣΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ» και στο ισόγειο του κτηρίου έτερη επιγραφή υπό τα στοιχεία «K & P ΝΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ 1ος ΟΡΟΦΟΣ», συνομολογώντας προφανώς και με την εν λόγω ενέργειά του την de facto παράνομη σύσταση και μέχρι σήμερα λειτουργία του ιδιότυπου μορφώματος που χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την κάλυψη της λειτουργίας του προσωπικού του γραφείου και σπεύδοντας με αυτό τον τρόπο να εξαφανίσει κάθε υπάρχον αποδεικτικό υλικό με σκοπό – μεταξύ άλλων – να παραπλανήσει το Δικαστήριό Σας και να επιχειρήσει να αποδείξει τη δήθεν αναλήθεια των ισχυρισμών μας.
Ως προς δε τον ισχυρισμό του αντιδίκου ότι δήθεν η δραστηριότητά του είναι καθόλα νόμιμη καθώς «έχει προηγηθεί πιστοποίησή της από την αρμόδια φορολογική αρχή», όπως επί λέξει επεσήμανε, επιθυμούμε να τονίσουμε τα κάτωθι, τα οποία αποδομούν πλήρως το σύνολο των σχετικών ισχυρισμών του: Κατ’ αρχάς, η φορολογική αρχή, διά της καταχωρίσεως των επιτηδευματιών στο μητρώο αυτής, προφανώς δεν χορηγεί άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, ούτε, βεβαίως, υποκαθιστά τα αρμόδια προς τούτο όργανα. Αντιθέτως, η ανωτέρω καταχώριση αποσκοπεί στον έλεγχο της συμμορφώσεως των επιτηδευματιών με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, οι οποίες αποτελούν άλλο κανονιστικό πλαίσιο από εκείνο, που διέπει την άσκηση εκάστου επαγγέλματος. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις αρχές της αυτονομίας και του ρεαλισμού του φορολογικού δικαίου, φορολογητέα μπορεί να είναι και μια παράνομη δραστηριότητα, χωρίς η φορολόγησή της να της προσδίδει, έστω και επιγενόμενα, στοιχεία νομιμότητας.
Εν προκειμένω, ο καθ’ ου προέβη σε έναρξη επιτηδεύματος με κύρια δραστηριότητα την πλέον γενική τοιαύτη, ήτοι αυτή του Συμβούλου Επιχειρήσεων (Κ.Α.Δ.: 70.22.00.00). Αντιθέτως, αφ’ ης στιγμής δεν προσεκόμισε βεβαίωση του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, δεν του δόθηκε η δυνατότητα να δηλώσει, έστω και ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, την παροχή νομικών συμβουλών (Κ.Α.Δ.: 69.10.12.00). Κατά μείζονα λόγο, δεν μπορούσε να δηλώσει ως δραστηριότητα την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών (Κ.Α.Δ.: 69.10.10.00). Ως εκ τούτου, εκμεταλλευόμενος την πρόβλεψη ενός γενικού Κ.Α.Δ. υπό τον τίτλο «Άλλες νομικές υπηρεσίες», έσπευσε να δηλώσει αυτόν, αναζητώντας επίφαση νομιμοποιήσεως της όλως παράνομης δραστηριότητάς του (Σχ. 13, ήτοι το από 10/7/12 υπ’ αρ. πρωτ. 2/2012 έγγραφο της υποδιευθύντριας της ΚΑ’ ΔΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΠΟΔ/ΝΣΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, όπου – μεταξύ άλλων – αναφέρονται επί λέξει τα κάτωθι: «Με την υποβολή δήλωσε ως κύριο επάγγελμα «Υπηρεσίες Παροχής Επιχειρηματικών Συμβουλών» και ως δευτερεύον «Υπηρεσίες Παροχής Νομικών Συμβουλών και νομικής εκπροσώπησης». Κατά τη διάρκεια καταχώρησης αποδείχθηκε ότι δεν είχε προσκομίσει τη βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου και διαγράφτηκε με αντικατάσταση «Άλλες Νομικές Υπηρεσίες».). Ωστόσο, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει και από την αδυναμία εντάξεως στους σχετικούς Κ.Α.Δ., δεν μπορεί να ασκεί τις δύο κατ’ εξοχήν εκφάνσεις της Δικηγορίας, ήτοι τη δικαστηριακή και τη συμβουλευτική, απορίας άξιο καθίσταται ποιες μπορεί να είναι οι «άλλες νομικές υπηρεσίες», τις οποίες αυτός δύναται να παρέχει, και ποιος είναι ο φορέας, που παρέχει την άδεια και ασκεί την εποπτεία σε τέτοιου είδους «νομικές» υπηρεσίες.
Η εν λόγω απορία καθίσταται εύλογη από τη στιγμή που, όπως προκύπτει και από το από 18.07.12 υπ’ Αριθ. Πρωτ. 10896/ΕΞ απαντητικό έγγραφο της ΚΑ’ ΔΟΥ Αθηνών προς το ΔΣΑ (Σχ. 14), το οποίο προσκομίζουμε και επικαλούμαστε και στο οποίο περιέχεται ως συνημμένο έγγραφο σελίδα από την εθνική ονοματολογία ΚΑΔ του Υπουργείου Οικονομικών, ο αντίδικος έχει επιλέξει ως δευτερεύουσα δραστηριότητα «Άλλες νομικές Υπηρεσίες» στις οποίες, κατά το αρμόδιο Υπουργείο, συγκαταλέγονται με ξεχωριστούς επιμέρους ΚΑΔ οι: Υπηρεσίες ασκούμενου δικηγόρου, Υπηρεσίες δικαστικού επιμελητή, Υπηρεσίες δικολάβου, Υπηρεσίες μεσεγγύησης και συμβιβασμού ακίνητης περιουσίας, δίχως ωστόσο να κατέχει – ή έστω να υποστηρίζει ότι κατέχει – καμία από αυτές τις επαγγελματικές ιδιότητες, όπως προκύπτει και από τις από 18-7-2012 βεβαιώσεις του ΔΣΑ και της Ομοσπονδίας Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας, που προσκομίζουμε και επικαλούμαστε (βλ. Σχ. 15α και 15β).
Επομένως, ούτε το δήθεν συμβουλευτικό επίπεδο, στο οποίο ο καθ’ ου ισχυρίζεται ότι παρέχει τις διαφημιζόμενες στην ιστοσελίδα του υπηρεσίες, καλύπτεται από τον ως άνω Κ.Α.Δ., που τελικώς αυτός εδήλωσε, καθώς για τις υπηρεσίες αυτές, όπως προαναφέρθηκε, υφίσταται διακριτός Κ.Α.Δ., τον οποίο η φορολογική αρχή του αρνήθηκε. Δηλαδή, με απλά λόγια, προκειμένου να κάνει κάποιος έναρξη επιτηδεύματος για τον Κ.Α.Δ. «Άλλες νομικές υπηρεσίες», θα πρέπει υποχρεωτικά να έχει την ιδιότητα είτε του ασκούμενου δικηγόρου, είτε του δικαστικού επιμελητή, είτε του μεσεγγυητή ακινήτων. Πλην, όμως, ο καθού ουδεμία από τις ανωτέρω διαθέτει ιδιότητα, όπως αποδεικνύεται από τα, κατά τα’ ανωτέρω, προσκομιζόμενα έγγραφα. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή ενός γενικού και αόριστου Κ.Α.Δ., οι συνέπειες του οποίου εντοπίζονται και περιορίζονται μόνο σε φορολογικό επίπεδο και δη σε επίπεδο τυπικής καταγραφής δραστηριοτήτων, ουδόλως μπορεί να βαπτισθεί ως μηχανισμός ή διαδικασία νομιμοποιήσεως ως προς την άσκηση ενός επαγγέλματος, με το οποίο ο καθ’ ου την παραμικρή σχέση δεν δύναται νομίμως να έχει.
ΕΠΕΙΔΗ, ο αντίδικος μετέρχεται δικηγορικής ύλης κατά τρόπο που παραβιάζει το νόμο, καθώς οι εν λόγω ενέργειες προσιδιάζουν μόνο στο δικηγορικό λειτούργημα, σύμφωνα με όσα συνάγονται από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 39 παρ. 1 και 2, 40 παρ. 1 και 2, 41, 42, παρ. 2, 92, 93, 124, 150, 155, 181 παρ. 2 του ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος των Δικηγόρων», όπως οι τελευταίες αντικαταστάθηκαν διά των αρθρ. 14 και 15 του ν. 1366/1983.
ΕΠΕΙΔΗ, η μόνη αποδεκτή μορφή παροχής νομικών υπηρεσιών από νομικό πρόσωπο, είναι αυτή της Αστικής Επαγγελματικής Δικηγορικής Εταιρίας, που συστήνεται και ισχύει σύμφωνα με το οριζόμενα στο π.δ. 81/2005, όπως ισχύει σήμερα, στην οποία συμμετέχουν αποκλειστικά και μόνο δικηγόροι εγγεγραμμένοι σε Δικηγορικούς Συλλόγους.
ΕΠΕΙΔΗ, η υπό κρίση αίτησή μας και το παρόν σημείωμά μας είναι νόμιμα, βάσιμα και αληθινά, αποδεικνύονται δε τόσο διά της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρά μας όσο και διά των εγγράφων που προσκομίζουμε και επικαλούμαστε.
ΕΠΕΙΔΗ, προς υποστήριξή μας και, αντίστοιχα, κατά του αντιδίκου παρενέβησαν προσθέτως στην εκκρεμή δίκη – ως έχοντες άμεσο και προφανές έννομο συμφέρον – οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Ηρακλείου, Θεσσαλονίκης, Καλαμάτας, Λάρισας, Πάτρας και Ροδόπης, καταθέτοντας αυτοτελή δικόγραφα με αριθμ. κατάθ. 11578/12-7-2012, 11561/12-7-2012, 11562/12-7-2012, 11577/12-7-2012, 11576/12-7-2012 και 11579/12-7-2012, ενώ, επιπλέον, πρόσθετες παρεμβάσεις με το ίδιο περιεχόμενο άσκησαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου Σας προς υποστήριξη των αιτημάτων μας και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Βόλου, Τριπόλεως, Ναυπλίου, Αλεξανδρούπολης, Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης, Ορεστιάδας, Θεσπρωτίας, Αιγίου, Κορίνθου και Σερρών.

ΕΠΕΙΔΗ, επιπλέον των ανωτέρω εγγράφων, προσάγουμε και επικαλούμεθα:
1) Φωτογραφίες που ελήφθησαν την 13-7-2012 από τους χώρους έξωθεν του γραφείου του αντιδίκου, τόσο από τον πρώτο όροφο του κτηρίου όσο και από το ισόγειο αυτού, στις οποίες αποτυπώνονται τα χρησιμοποιούμενα διακριτικά γνωρίσματα στα οποία γίνεται – μεταξύ άλλων – λεπτομερής αναγραφή των συνεργατών του αντιδίκου και των ιδιοτήτων τους (Σχ. 16α), αλλά και αντίστοιχες που ελήφθησαν την 17-7-2012 στους ίδιους χώρους και αποδεικνύουν την απομάκρυνση των πινακίδων με τα ονόματα των συνεργατών του αντιδίκου (Σχ. 16β), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διέκοψε τη λειτουργία του γραφείου του αλλά το ότι αναγνωρίζει το νόμιμο και βάσιμο της υπό κρίση αίτησής μας και με τον τρόπο αυτό θέλει ακόμη περισσότερο να επιβεβαιώσει ότι ο ίδιος προσωπικά είναι ο παρέχων τις νομικές υπηρεσίες, ως ο νόμος να του παρείχε δήθεν τέτοιο δικαίωμα.
2) Την από 4-7-2012 δήλωση του αντιδίκου ως ιδρυτή και μετόχου της δήθεν εταιρίας «Kaloussis & Partners», όπως αυτή δημοσιεύτηκε στον τύπο (Σχ. 17). Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα: «…..Σεβόμαστε απόλυτα τον ΔΣΑ για το θεσμικό του ρόλο και ως πρώτο επιστημονικό σύλλογο της χώρας, για την αποφυγή, όμως, οποιασδήποτε σύγχυσης ή παρεξήγησης και προς αποκατάσταση της αλήθειας, είναι, νομίζουμε επιβεβλημένο, να λεχθούν τα παρακάτω:
Η φερόμενη αντιποίηση της δικηγορικής ιδιότητας που δήθεν τελεί ο ιδρυτής της «Κ&Π» Ευάγγελος Α. Καλούσης, υπάρχει μόνο στην φαντασία ορισμένων. Η «Kaloussis & Partners» είναι μια εταιρία νομικού ενδιαφέροντος, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 47 έως και 50 του Εμπορικού νόμου. Μέτοχοί της (μεταξύ των οποίων και ο Ε. Καλούσης) είναι αποκλειστικά Νομικοί, Δικηγόροι και μη. Η εν λόγω εταιρεία δεν υπόκειται σύμφωνα με το νόμο, σε διατυπώσεις δημοσιότητας. Η εταιρική σχέση αφορά μόνον τους μετόχους της και κανέναν άλλον. Οποιοσδήποτε περιορισμός για την ίδρυση και τη μορφή που μπορεί να έχει μία εταιρεία παροχής νομικών υπηρεσιών καθώς και για την επαγγελματική ιδιότητα των μετόχων της (παλαιότερα επιτρεπόταν να μετέχουν σ’ αυτήν μόνο δικηγόροι, με μορφή Α.Ε.), έχει πλέον καταργηθεί (νόμος 3919/2011 περί ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων, άρθρο 2 παρ. 2 περ. η).
Ο Ευάγγελος Α. Καλούσης είναι νομικός σύμβουλος Επιχειρήσεων, με πιστοποίηση από την αρμόδια Φορολογική Αρχή. Ουδέποτε ισχυρίστηκε, ούτε αναγράφεται σε κάποιο σημείο της ηλεκτρονικής σελίδας της «Kaloussis & Partners» ότι είναι δικηγόρος, παρά μόνον ιδρυτής, μέτοχος και διευθυντής της. Δεν παρίσταται σε Δικαστήρια, αυτό το αναλαμβάνουν οι έγκριτοι νομικοί συνεργάτες, τακτικοί και ειδικοί, της «Κ&Ρ» που είναι δικηγόροι και μέλη του ΔΣΑ, των οποίων άλλωστε τα ονόματα δεν διαφημίζονται στην ηλεκτρονική σελίδα. Κατά συνέπεια, ουδεμία διάταξη περί απαγόρευσης της διαφήμισης ή τήρησης της δεοντολογίας του δικηγορικού λειτουργήματος, του ν. 3026/1954 (κώδικας περί δικηγόρων) μπορεί να τύχει εφαρμογής σε σχέση με τον ιδρυτή της «Κ&Ρ», αφού όπως αναφέρθηκε, δεν είναι δικηγόρος.
Δεν κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε όσα κακόβουλα αναγράφηκαν σε μερίδα του τύπου περί δήθεν καταδίκης του Ε. Καλούση για άσχετα ή ανύπαρκτα αδικήματα. Τέτοια αμετάκλητη καταδίκη δεν υπάρχει. Και εν πάση περιπτώσει, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, Νομικές υπηρεσίες μπορούν να προσφερθούν όχι αναγκαστικά από δικηγόρους αλλά και από άλλους νομικούς επαγγελματίες, κάτοχους της νομικής επιστήμης σε περισσότερο από επαρκή βαθμό, είτε αυτό αρέσει σε ορισμένους είτε δεν αρέσει…..». Και από αυτήν την ομολογία του αντίδικου προκύπτει αβίαστα η αλήθεια των ισχυρισμών μας, αφού ξεκάθαρα, αναφέρεται σε εμπορική εταιρία και μάλιστα ΑΦΑΝΗ. Όμως οι δικηγορικές υπηρεσίες δεν ασκούνται από εμπορική εταιρία και μάλιστα με αδιαφάνεια των μελών της. Ο Δικηγόρος είναι συλλειτουργός της Δικαιοσύνης και σε ορισμένες περιπτώσεις καθίσταται και δικαστής (π.χ. ΑΕΔ, Δικαστήριο εκδίκασης αγωγών κακοδικίας κλπ.).
3) Αντίγραφο του φύλλου της εφημερίδας “Real News” της 8-7-2012, που στη σελίδα 42 φιλοξενεί συνέντευξη του αντιδίκου και φωτογραφίες από το προσωπικό του γραφείο μαζί με συνεργάτες του, στην οποία – μεταξύ άλλων – προβαίνει με σειρά δηλώσεων σε διαφήμιση του γραφείου του και των παρεχόμενων υπηρεσιών, εξαίροντας μάλιστα την ποιότητα αυτών και την αξία των συνεργατών του (Σχ. 18).
4) Εκτυπωμένες σελίδες από την ιστοσελίδα που διατηρεί ο καθ’ ου και η οποία ευρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.kaloussis.gr/, στις οποίες αποτυπώνονται τόσο τα διακριτικά γνωρίσματα του μορφώματος που έχει συστήσει ο αντίδικος όσο και οι παρεχόμενες από αυτόν νομικές υπηρεσίες (Σχ. 19).
5) Τις υπ’ αριθμ. 5123Β/2012, 5124Β/2012, 5121Β/2012, 5122Β/2012, 5126Β/2012 και 5125Β/2012 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Χρ. Παναγόπουλου, από τις οποίες αποδεικνύεται η νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση στον αντίδικο των πρόσθετων παρεμβάσεων των ως άνω Δικηγορικών Συλλόγων (Σχ. 20α-20στ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΖΗΤΑΜΕ

Να γίνουν δεκτοί στο σύνολό τους η υπό κρίση αίτηση, το παρόν σημείωμά μας και οι ισχυρισμοί μας ως νόμιμοι βάσιμοι και αληθινοί και να απορριφθούν κάθε αντίθετος ισχυρισμός και τυχόν ένσταση του αντιδίκου.
Να γίνουν δεκτές οι υπέρ ημών και κατά του αντιδίκου ασκηθείσες, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας,  πρόσθετες παρεμβάσεις.
Να σφραγιστούν – με απόφαση του Δικαστηρίου Σας για τους αναλυτικά εκτιθέμενους στο ιστορικό της παρούσας λόγους – τα γραφεία του α’ ορόφου του επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, αρ. 131 κτηρίου, τα οποία χρησιμοποιεί ο καθ’ ου για τη στέγαση της δήθεν «νομικής εταιρίας εμπορικού χαρακτήρα», όπως ο ίδιος την ονομάζει, με την επωνυμία «Kaloussis & Partners», καθώς η προαναφερθείσα έδρα χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για την – κατά τρόπο που αντιβαίνει στο νόμο – στέγαση του προσωπικού γραφείου του καθ’ ου.
Να διαταχθεί η αφαίρεση των πάσης φύσεως διακριτικών γνωρισμάτων που χρησιμοποιούνται για την προβολή της λειτουργίας του εν λόγω γραφείου και έχουν τοποθετηθεί έξωθεν του κτηρίου που το στεγάζει επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, αρ. 131, τόσο στο ισόγειο όσο και στον πρώτο όροφο αυτού.
Να διαταχθεί ο καθ’ ου – με απόφαση του Δικαστηρίου σας, – να παύσει τη λειτουργία της ιστοσελίδας του (http://www.kaloussis.gr/), μέσω της οποίας προβάλλεται η παροχή νομικών υπηρεσιών από τον τελευταίο, κατά τρόπο όμως αντίθετο στις κείμενες διατάξεις σχετικά με τις προϋποθέσεις άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
Να απειληθεί κατά του καθ’ ου χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1.000 €) για κάθε ημέρα – μετά την έκδοση της απόφασης – κατά την οποία θα διατηρεί την ανάρτηση της εν λόγω παραπλανητικής ιστοσελίδας και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους για κάθε παράβαση της εκδοθησόμενης απόφασης.
Να καταδικαστεί ο αντίδικος στην γένει δικαστική μας δαπάνη και στην αντίστοιχη των υπέρ ημών προσθέτως παρεμβαινόντων.

Αθήνα, 19-7-2012
Οι Πληρεξούσιοι Δικηγόροι»
ΕΠΕΙΔΗ, ο καθ’ ου οι υπό κρίση παρεμβάσεις μας, αντιποιούμενος τη δικηγορική ιδιότητα κατά τρόπο που παραβιάζει το νόμο, μιας και η παροχή νομικών υπηρεσιών, συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, προσιδιάζει μόνο στο δικηγορικό λειτούργημα, προσβάλλει ευθέως και τα συμφέροντα των μελών των Δικηγορικών μας Συλλόγων.
ΕΠΕΙΔΗ, εκ των ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα ότι έχουν παραβιασθεί ευθέως οι δημόσιας τάξης διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1 και 2, 40 παρ. 1 και 2, 41, 42, παρ. 2, 92, 93, 124, 150, 155, 181 παρ. 2 του ν.δ. 3026/1954 «Περί του Κώδικος των Δικηγόρων», σύμφωνα με τις οποίες έργο αποκλειστικά και μόνο του δικηγόρου είναι η αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα ενώπιον κάθε δικαστηρίου, αρχής και επιτροπής, καθώς και η παροχή στον εντολέα του νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων.
ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον μας να παρέμβουμε στην ως άνω εκκρεμή δίκη, η οποία υφίσταται μεταξύ των υπερ’ ου και καθ’ ου οι υπό κρίση παρεμβάσεις μας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παρεμβαίνοντας στην αναφερόμενη στο ιστορικό δίκη υπέρ του πρώτου των διαδίκων, Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και κατά του δεύτερου των διαδίκων, Ευάγγελου Καλούση του Αλεξάνδρου

ΖΗΤΑΜΕ

Να γίνουν δεκτές οι υπό κρίση παρεμβάσεις μας.
Να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αίτηση του υπέρ’ ου οι παρεμβάσεις μας αιτούντος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά του καθ’ ου η αίτηση και οι παρεμβάσεις μας, Ευάγγελου Καλούση του Αλεξάνδρου.
Να γίνουν δεκτές οι υπέρ ημών και κατά του αντιδίκου ασκηθείσες, ενώπιον του Δικαστηρίου Σας,  πρόσθετες παρεμβάσεις.
Να σφραγιστούν – με απόφαση του Δικαστηρίου Σας για τους αναλυτικά εκτιθέμενους στο ιστορικό της παρούσας λόγους – τα γραφεία του α’ ορόφου του επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, αρ. 131 κτηρίου, τα οποία χρησιμοποιεί ο καθ’ ου για τη στέγαση της δήθεν «νομικής εταιρίας εμπορικού χαρακτήρα», όπως ο ίδιος την ονομάζει, με την επωνυμία «Kaloussis & Partners», καθώς η προαναφερθείσα έδρα χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για την – κατά τρόπο που αντιβαίνει στο νόμο – στέγαση του προσωπικού γραφείου του καθ’ ου.
Να διαταχθεί η αφαίρεση των πάσης φύσεως διακριτικών γνωρισμάτων που χρησιμοποιούνται για την προβολή της λειτουργίας του εν λόγω γραφείου και έχουν τοποθετηθεί έξωθεν του κτηρίου που το στεγάζει επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, αρ. 131, τόσο στο ισόγειο όσο και στον πρώτο όροφο αυτού.
Να διαταχθεί ο καθ’ ου – με απόφαση του Δικαστηρίου σας, – να παύσει τη λειτουργία της ιστοσελίδας του (http://www.kaloussis.gr/), μέσω της οποίας προβάλλεται η παροχή νομικών υπηρεσιών από τον τελευταίο, κατά τρόπο όμως αντίθετο στις κείμενες διατάξεις σχετικά με τις προϋποθέσεις άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
Να απειληθεί κατά του καθ’ ου χρηματική ποινή χιλίων ευρώ (1.000 €) για κάθε ημέρα – μετά την έκδοση της απόφασης – κατά την οποία θα διατηρεί την ανάρτηση της εν λόγω παραπλανητικής ιστοσελίδας και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους για κάθε παράβαση της εκδοθησόμενης απόφασης.
Να καταδικαστεί ο καθ’ ου στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη.

Αθήνα, 19-7-2012
Οι Πληρεξούσιοι Δικηγόροι
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧ. ΓΑΛΕΤΣΕΛΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΡΙΤ.ΚΑΛΟΓΡΙΔΑΚΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ Α.Μ.29365
ΕΜΜ.ΜΠΕΝΑΚΗ 24, 10678 ΑΘΗΝΑ ΠΥΡΡΟΥ 9 – 11632
ΤΗΛ. 3837703 – 3819457  ΠΑΓΚΡΑΤΙ – ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ.2107511636-6972591555
Α.Φ.Μ.049045446 – Δ.Ο.Υ. ΙΖ΄ΑΘΗΝΩΝ

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΣΠ. ΓΡΑΒΑΝΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΑΤΣΩΝΗ 43-41221-ΛΑΡΙΣΑ
ΤΗΛ.2412001220
ΑΦΜ 062577709-Β΄Δ.Ο.Υ. ΛΑΡΙΣΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΕΡΤΣΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ 3 – ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ.210-3618286
Α.Φ.Μ. 030075870 – Δ΄Δ.Ο.Υ. ΑΘΗΝΩΝ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΩΣΤΟΓΙΑΝΝΗΣ
Δ.Σ. ΤΡΙΠΟΛΗΣ Α.Μ.56
Δ.Ο.Υ. ΤΡΙΠΟΛΗΣ
ΤΗΛ. 2710-237246
ΓΡΗΓ.Ε΄ 16, Τ.Κ. 22100 ΤΡΙΠΟΛΗ

Κων/νος Αλεξ. Μαργέλης
Δικηγόρος
Φραντζή 11 – Καλαμάτα
Τηλ.: 27210-22221
Α.Φ.Μ.: 034956939-Δ.Ο.Υ.Καλαμάτας

ΑΝΤΩΝΗΣ Π. ΑΡΓΥΡΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ Α.Π.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 32 ΑΘΗΝΑ 10680
ΤΗΛ. 3630994 Α.Μ.ΔΣΑ 7372
Α.Φ.Μ. 016935997

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΜΠΑΚΑΛΗΣ
ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ 18 Α.Μ. 27173
ΤΗΛ. 7719433 –
Α.Φ.Μ. 113802191-Δ.Ο.Υ.  Δ΄ΑΘΗΝΩΝ