126/2016 ΜονΕφΛαρ (αποζημίωση λόγω ελλείψεων και κακοτεχνιών έργου – ποινική ρήτρα – συμβατική ευθύνη χωρίς συρροή και αδικοπρακτικής)

126/2016                                                                    

Πρόεδρος: Πολυξένη Κυπαρίσση

Δικηγόροι: Βασιλική – Μαρία Νάνου, Ευάγ. Κατσαβός

 

Στοιχεία αγωγής εργοδότη για αποζημίωση λόγω ελλείψεων και κακοτεχνιών έργου εξ υπαιτιότητας του εργολάβου. Αναγκαία μνεία στοιχείων προσδιορισμού της θετικής ζημίας, όχι όμως και της υπαιτιότητας. 

Αν ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για μη προσήκουσα και δη μη έγκαιρη εκπλήρωση, ο δανειστής πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και την υπερημερία, στο δε οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει εκπλήρωση της παροχής ή έλλειψη υπαιτιότητας για την καθυστέρηση.

Δικαίωμα δανειστή να ζητήσει σωρευτικά με την ποινή και την αποδεικνυόμενη ζημία του όταν αυτή καλύπτεται ως προς το μέγεθος από την ποινική ρήτρα, μόνον αν του παρέχεται τέτοιο δικαίωμα με σαφή όρο της σύμβασης.

Επί υπαιτίων κατασκευαστικών ελλείψεων έργου εξ αμελείας του εργολάβου, συμβατική ευθύνη χωρίς συρροή και αδικοπρακτικής, αφού η ζημιογόνος συμπεριφορά προϋποθέτει αναγκαίως τη σύμβαση.

Μη αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ υπερημερίας του εναγομένου εργολάβου και της αποζημίωσης των εναγόντων για έξοδα έξωσης από την οικία που μίσθωσαν αναγκαστικά μέχρι την καθυστερημένη παράδοση του διαμερίσματος.

Μη νομιμοποίηση εναγόντων ως προς το αίτημα αποζημίωσής τους για δαπάνες αποκατάστασης ελαττωμάτων σε κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής όπου βρίσκεται το διαμέρισμά τους, οι οποίες βαρύνουν όλους τους συνιδιοκτήτες ως πράξεις τακτικής διοίκησης, παρεκτός του ότι δεν γίνεται επίκληση του ύψους που τους αναλογεί για αυτές.

 

               {…} Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι – εκκαλούντες με την από 10.1.2006 και με αριθ. κατάθ. 332/2006 αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας – εφεσίβλητης, ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει των υπ’ αριθμ. …/2.10.2002 και …/4.8.2003 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Σ. Ν. – Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λ. απέκτησαν από κοινού και κατ’ ισομοιρία, από την εναγομένη τις λεπτομερώς περιγραφόμενες, κατά θέση, όρια και έκταση οριζόντιες ιδιοκτησίες, ότι κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα ως χρόνος παράδοσης πλήρως αποπερατωμένων των ως άνω αρχικώς ημιτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών είχε ορισθεί η 30.3.2003, ότι μετά την παράδοση των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών τους, που έλαβε χώρα στις 18.7.2003, εξακολουθούσαν να υφίστανται οι αναφερόμενες στην αγωγή ελλείψεις, ενώ αμέσως μετά την εγκατάστασή τους σ’ αυτές εμφανίσθηκαν τα περιγραφόμενα στην αγωγή ελαττώματα στους αρμούς των πλακιδίων της κουζίνας, στα σώματα του καλοριφέρ, στην εξωτερική πόρτα της οικοδομής, στην ηχομόνωση του διαμερίσματός τους, στην εγκατάσταση του συστήματος υδρορροής και απόληξης των ομβρίων υδάτων, στο παράθυρο του δευτέρου υπνοδωματίου, στο θυροτηλέφωνο, στα δάπεδα της σαλοτραπεζαρίας, των υπνοδωματίων και του χωλ, στα πλακίδια του λουτρού και του WC και δεν υπήρχε πιεστικό και ξεχωριστή εγκατάσταση για την παροχή ζεστού νερού χρήσης, ότι κάλεσαν την εναγομένη να διορθώσει τα ελαττώματα αυτά και να αποκαταστήσει τις ελλείψεις, ότι η εναγομένη δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για την αποκατάσταση των ως άνω ελαττωμάτων – ελλείψεων, ότι εξαιτίας της έλλειψης ξεχωριστής εγκατάστασης για την παροχή ζεστού νερού χρήσης επιβαρύνονται μηνιαίως με το ποσό των 50 Ε, κατά μέσο όρο το οποίο θα είναι αναγκασμένοι να καταβάλουν και μελλοντικά, ότι θα αναγκασθούν να καταβάλουν το ποσό των 4.000 Ε για τη μετακόμιση της οικοσκευής τους και τη φύλαξή της επί δέκα ημέρες για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών στο διαμέρισμά τους, ενώ αναγκάσθηκαν να υποβληθούν στη δαπάνη αγοράς πιεστικού μηχανήματος και θερμοσίφωνος καταβάλλοντας το ποσό των 405 Ε, ότι τα ανωτέρω ελαττώματα και ελλείψεις οφείλονται σε ενέργειες και παραλείψεις της εναγομένης κατά την κατασκευή των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, ότι εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης έχουν υποστεί ηθική βλάβη, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει για την αποκατάσταση της  ζημίας την οποία υπέστησαν το συνολικό ποσό των 28.535,12 Ε, ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα, λόγω της καθυστέρησης εκ μέρους της εναγόμενης στην παράδοση του αγορασθέντος διαμερίσματος επί εκατόν δέκα ημέρες το ποσό των 990 Ε και για τηναποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο καθένας ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 Ε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους. Ζήτησαν επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει το ποσό των 600 Ε ετησίως και για χρονικό διάστημα 40 ετών, αρχής γενομένης από 1.1.2006 ως αποζημίωση για τη μελλοντική περιουσιακή τους ζημία από τη δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και καυσίμων για την παροχή θερμού ύδατος, με τη χρήση του καυστήρα κεντρικής θέρμανσης, λόγω της αντισυμβατικής παράλειψης της εναγομένης να δημιουργήσει χωριστή εγκατάσταση παροχής θερμού ύδατος με ανεξάρτητο καυστήρα και δίκτυο σωληνώσεων, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καθυστέρησης καταβολής κάθε επιμέρους ποσού και μέχρι την εξόφληση.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 358/2008 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ακολούθως δε η εκκαλουμένη με την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τόσον η εναγομένη, όσον και οι ενάγοντες με τις κρινόμενες εφέσεις τους για τους λόγους, που αναφέρουν σ’ αυτές και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης οι μεν ενάγοντες προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της, η δε εναγομένη προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή μόνο κατά το ποσό των 1.022 Ε και επιπλέον για τον πρώτο ενάγοντα κατά το ποσό των 111 Ε.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εκτός από τα άλλα στοιχεία και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής. Ειδικά, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής του εργοδότη κατά του εργολάβου, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση, λόγω ελλείψεων και κακοτεχνιών του εκτελεσθέντος έργου από υπαιτιότητα του τελευταίου, πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτή εκτός των άλλων οι ελλείψεις, οι οποίες θεμελιώνουν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, την αγόμενη προς κρίση αξίωση του ενάγοντος εργοδότη, χωρίς ν’ απαιτείται επίκληση και της υπαιτιότητας του εργολάβου, η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και των ελλείψεων και κακοτεχνιών του εκτελεσθέντος έργου, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της θετικής ζημίας του ζημιωθέντος (βλ. ΑΠ 2466/2007 Δνη 2008. 933). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη. Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει τη μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Ο δανειστής μπορεί, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 407 ΑΚ, που είναι ενδοτικού δικαίου, να ζητήσει σωρευτικώς με την ποινή και τη ζημία που αποδεικνύει ότι υπέστη, όταν η τελευταία καλύπτεται ως προς το μέγεθος από την ποινική ρήτρα μόνον αν παρέχεται σ’ αυτόν τέτοιο δικαίωμα με σαφή όρο της σύμβασης (βλ. ΑΠ 1324/2014). Τέλος μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία ή ακόμα πιο γενικά όταν η ενέργεια, χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις επιταγές της έννομης τάξης, εφόσον ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων, που επιβάλλουν να μην προσβάλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου. Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης κα τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας. Έτσι και στην περίπτωση των υπαιτίων ελλείψεων έργου, που συνίστανται στην από αμέλεια του εργολάβου αδόκιμη από τεχνική άποψη κατασκευή οικοδομικών εργασιών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συρροή αξιώσεων αποζημίωσης τόσο από τη σύμβαση (άρθρο 690 ΑΚ), όσον και από αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ), αφού η ζημιογόνος συμπεριφορά του εργολάβου, που πραγματοποιήθηκε όχι ανεξάρτητα ή απλώς εξ αφορμής του παραπάνω έργου, αλλά συνιστά πλημμελή εκτέλεση αυτού, προϋποθέτει αναγκαίως την περί τούτου σύμβαση και για το λόγο αυτό η ευθύνη του εργολάβου από την παραπάνω συμπεριφορά διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 688 – 693 ΑΚ (βλ. ΕφΠατρ 451/2006, ΕφΠειρ 156/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή με το περιεχόμενο, που προεκτέθηκε και ως προς τα αιτήματα αποζημίωσης των εναγόντων για τη ζημία, που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την καταβολή των μισθωμάτων, που αναγκάσθηκαν να καταβάλουν για τη χρήση της μισθωμένης από αυτούς οικίας από την 1.4.2003 μέχρι την παράδοση του πωληθέντος διαμερίσματος κατά το ποσό που δεν υπερβαίνει το ποσό της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας και από την επιβάρυνσή τους με τα έξοδα έξωσης από τη μισθωμένη οικία τους και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, εφόσον ως προς το πρώτο από τα ανωτέρω αιτήματα δεν γίνεται επίκληση εκ μέρους των εναγόντων της κατάρτισης μεταξύ αυτών και της εναγομένης ειδικότερης συμφωνίας, κατά την οποία αυτοί εδικαιούντο να αξιώνουν, σε περίπτωση καθυστέρησης στην παράδοση του ως άνω διαμερίσματος, εκτός της συνομολογηθείσας ποινικής ρήτρας και ακέραιη την περιουσιακή ζημία, που τυχόν θα υφίσταντο συνεπεία της καθυστέρησης αυτής, ως προς το δεύτερο  με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επικαλούμενης εκ μέρους των εναγόντων υποβολής τους σε έξοδα έξωσης από τη μισθωμένη από αυτούς οικία και της υπερημερίας της εναγομένης και ως προς τρίτο η αποδιδομένη στα καταστατικά όργανα της εναγομένης υπαίτια συμπεριφορά δεν συνιστά αδικοπραξία, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση κατά το άρθρο 932 ΑΚ, καθόσον δεν θα ήταν παράνομη αν δεν υπήρχε η μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση.

Επίσης, η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη α) ως προς τα αιτήματα αποζημίωσης των εναγόντων για τις δαπάνες στις οποίες προτίθενται να υποβληθούν για την αντικατάσταση της εξώθυρας του συγκροτήματος στο οποίο βρίσκονταν το διαμέρισμά τους και την ανακατασκευή έξι υδρορροών και δέκα φρεατίων του δευτέρου υπογείου του ανωτέρω συγκροτήματος, καθόσον οι ανωτέρω δαπάνες φέρονται να αφορούν την αποκατάσταση ελαττωμάτων σε κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής στην οποία βρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγόντων, ως κοινά βάρη βαρύνουν όλους τους συνιδιοκτήτες, η πραγματοποίησή τους εμπίπτει στις πράξεις τακτικής διαχείρισης και διοίκησης των κοινοκτήτων μερών της οικοδομής στην οποία βρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγόντων και ως προς αυτές οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκησή της και β) ως προς το αίτημα αποζημίωσης των εναγόντων για την πραγματοποίηση εκ μέρους τους της δαπάνης για την αγορά πιεστικού μηχανήματος και θερμοσίφωνος, καθόσον δεν γίνεται επίκληση του ύψους που τους βαρύνει από τη συγκεκριμένη δαπάνη, αφού αυτή φέρεται να αφορά κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής και βαρύνει όλους τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής στην οποία τοποθετήθηκαν τα ανωτέρω υδραυλικά εξαρτήματα.

Τέλος, η αγωγή ως προς το αίτημα αποζημίωσης των εναγόντων για την ζημία, που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν από την εγκατάσταση αυτοτελούς λέβητα και σωληνώσεων για την παροχή θερμού ύδατος χρήσης είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν γίνεται επίκληση εκ μέρους των εναγόντων των προσδιοριστικών της ανωτέρω ζημίας στοιχείων και πιο συγκεκριμένα δεν αναφέρεται πόση θα ήταν η δαπάνη από τη λειτουργία του αυτοτελούς λέβητα παροχής θερμού ύδατος και πόση θα είναι η δαπάνη, με την οποία επιβαρύνονται, τελικά, εξαιτίας της έλλειψης της συγκεκριμένης συνομολογημένης ιδιότητας και της χρήσης του καυστήρα κεντρικής θέρμανσης, ώστε, από τη μεταξύ τους διαφορά να προκύπτει το αιτούμενο εκ μέρους των ποσό ως αποζημίωση για την ανωτέρω αιτία. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο αν και με ελλιπείς κατά ένα μέρος αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με τις παρούσες, έκρινε ομοίως και με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, γι’ αυτό και οι περί του αντιθέτου λόγοι της από 20.12.2013 και με αριθμ. κατ. δικ. 317/31.12.2013 (αριθμ. καταθ. 113/3.2.2014) έφεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

{…} Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε ότι η εναγομένη από υπαιτιότητά της παραβίασε τον ουσιώδη, κατά τη θέληση των διαδίκων μερών, όρο της από 2.10.2002 συμφωνίας της με τους ενάγοντες, που περιελήφθη στο προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ως προς την έγκαιρη εκ μέρους της εκπλήρωση της παροχής, αυτή περιήλθε υπαιτίως σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη ως προς τη συμβατικά συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, και συνακόλουθα, συνέτρεξαν οι όροι κατάπτωσης σε βάρος της της ποινικής ρήτρας που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκ μέρους της εκπλήρωσης της παροχής. Με το δεδομένο δε, ότι το ύψος της ποινικής ρήτρας συμφωνήθηκε στο ποσό των 9 Ε για κάθε ημέρα καθυστέρησης, η οφειλόμενη στους ενάγοντες ποινική ρήτρα από την προεκτεθείσα αιτία, ανέρχεται για το από 1.4.2003 έως και 18.7.2003 χρονικό διάστημα στο συνολικό ποσό των (110 ημέρες Χ 9 Ε ημερησίως =) 990 Ε.

Επιπλέον, η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα και μέρος του ποσού, που κατέβαλε ως μίσθωμα στους εκμισθωτές του διαμερίσματος στο οποίο διέμενε με την οικογένειά του κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης, ήτοι από 1.4.2003 μέχρι 18.7.2003 και το οποίο ζημιώθηκε αυτός αντίστοιχα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Το ποσό το οποίο κατέβαλε ο πρώτος ενάγων ως μισθωτής της κείμενης επί της οδού Α., αριθμός … οριζόντιας ιδιοκτησίας, ανέρχονταν σε 455 Ε μηνιαίως. Από το ποσό αυτό ο ανωτέρω ενάγων δικαιούται να αξιώσει μόνο τη διαφορά, που προκύπτει από την αφαίρεση της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας και συγκεκριμένα το ποσό των [455 – (9 Χ 30) 270 =] 185 μηνιαίως Χ 3 = 555 Ε + [455 X 18/30 = 273 – (18 Χ 9) 162 =] 111 = 666 Ε, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι στο ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας περιελήφθη κάποιος όρος, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες θα δικαιούνταν να αξιώνουν σωρευτικά με την ποινή των 9 Ε ημερησίως και ολόκληρη την επελθούσα εξαιτίας της υπερημερίας της εναγόμενης περιουσιακή τους ζημία. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η εναγομένη υπήρξε υπερήμερη μόνον κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2003 μέχρι 18.7.2003 και ότι οι ενάγοντες δικαιούνται ως ποινική ρήτρα το ποσό των 162 Ε και επιπλέον ο πρώτος εξ αυτών ως αποζημίωση για την ζημία, που υπέστη συνεπεία της υπερημερίας της εναγομένης το ποσό των 111 Ε αντί των ορθών ποσών των 990 Ε και 666 Ε αντίστοιχα εσφαλμένα εκτίμησε τις προσαχθείσες για τα ανωτέρω ζητήματα αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους. {…}